Η μετανάστευση πληθυσμών είναι ιστορικά συνδεδεμένη με την αναζήτηση κατάλληλων συνθηκών σε σχέση με επαγγελματικές ευκαιρίες και την αναβάθμιση της ποιότητας του βιοτικού τους επιπέδου. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες, τα μεταναστευτικά ρεύματα διαφοροποιούνται όλο και περισσότερο και καταγράφεται ένα νέο είδος μετανάστευσης που αφορά άτομα που έχουν διανύσει την παραγωγική τους ηλικία και αναζητούν μια νέα χώρα για να περάσουν το υπόλοιπο της ζωής τους. Στην Ευρωπαϊκή ήπειρο, το νέο αυτό μεταναστευτικό ρεύμα αποτελείται κυρίως από Bόρειo- Ευρωπαίους συνταξιούχους που επιλέγουν να μετοικήσουν προς τις μεσογειακές χώρες του Ευρωπαϊκού νότου (Rodriguez, 2001, Casado-Díaz et al., 2004), ενώ στην Ελλάδα επιστρέφουν,ακόμη και εγκαθίστανται, ως συνταξιούχοι και Έλληνες ομογενείς που είχαν μεταναστεύσει τις προηγούμενες δεκαετίες. Παράλληλα, αντίστοιχης μορφής μετακινήσεις παρατηρούνται και στο εσωτερικό των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών (και προφανώς, σε μικρότερο βαθμό και στη χώρα μας). H παρούσα μελέτη αναφέρεται κυρίως σε αυτού του τύπου την κινητικότητα στη χώρα μας, και ειδικότερα στη μετανάστευση των συνταξιούχων από τα αστικά κέντρα προς την επαρχία. Ως περίοδος μελέτης επιλέχθηκε η δεκαετία 1991- 2001 και η ανάλυση έγινε σε επίπεδο Περιφέρειας. Επίσης λήφθηκαν υπόψη κλιματικές παράμετροι που συσχετίστηκαν με τα ποσοστά μετανάστευσης, ώστε να διερευνηθεί η ενδεχόμενη επίδραση του κλίματος στην επιλογή του τόπου μετοίκησης, καθώς περιοχές που χαρακτηρίζονται από ήπιες κλιματικές συνθήκες και καιρικά φαινόμενα που δεν επιβαρύνουν τον ανθρώπινο οργανισμό προτιμώνται στη χώρα μας, όπως και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, από τους συνταξιούχους που επιλέγουν να εγκαταλείψουν τα αστικά της κέντρα.