Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, η οποία ξεκίνησε το 2010 και διήρκεσε 10 χρόνια, ανέδειξε τα σοβαρά προβλήματα και τις προκλήσεις του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης υγείας. Οι μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν κυρίως κατά τη διάρκεια της κρίσης παρείχαν μια προσωρινή λύση. Επικεντρώθηκαν στη δημιουργία ενός νέου Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (με την ονομασία ΕΟΠΥΥ) και στη συγχώνευση όλων των παλαιών ασφαλιστικών ταμείων. Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να εξετάσει κατά πόσον αυτό το κοινωνικό ταμείο ασφάλισης υγείας ήταν βιώσιμο μακροπρόθεσμα. Δημιουργήθηκε ένα αναλογιστικό μοντέλο για την πρόβλεψη των μελλοντικών δαπανών και εσόδων. Εξετάστηκαν οι δημογραφικές και οικονομικές τάσεις, ενώ θεωρήθηκε ότι η ιατρική τεχνολογία παραμένει αμετάβλητη. Η αξιολόγηση της φερεγγυότητας του συστήματος βασίστηκε στον λόγο (Έσοδα/Παθητικό) που υπολογίστηκε για κάθε έτος, από το 2020 έως το 2050. Τα αποτελέσματα οδήγησαν σε ελλείμματα, το ύψος και το χρονικό σημείο στο οποίο εμφανίζονται εξαρτάται από το πόσο αισιόδοξες ή απαισιόδοξες ήταν οι δημογραφικές και οικονομικές παραδοχές. Για την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων προτάθηκε ένα νέο μοντέλο χρηματοοικονομικών ροών. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι σύμφωνα με το νέο μοντέλο, το σύστημα παραμένει φερέγγυο μέχρι το 2050. Το ποσό της κρατικής επιχορήγησης για το ασφάλιστρο υγείας των εργαζομένων εκτιμήθηκε ως ποσοστό του μισθού των εργαζομένων.