Αυτή η εργαλειοθήκη δημιουργήθηκε για αυτούς που χαράζουν πολιτικές και για τους επαγγελματίες που θα ήθελαν να εξασφάλισουν την ευημερία και την αξιοπρέπεια των ηλικιωμένων ατόμων που χρήζουν φροντίδα. Στοχεύει στην υιοθέτηση προσέγγισης βασισμένη στις πολιτικές και στην καθημερινή μακροχρόνια φροντίδα.

Το άρθρο εξετάζει τον πιθανό όγκο του απασχολούμενου πληθυσμού, από την οπτική γωνία της προσφοράς, σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες μέσα στο γενικό πλαίσιο της προσδοκώμενης δημογραφικής γήρανσης. Τα ευρήματα μας αποκαλύπτουν ότι οι διαφορές σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι έντονες. Η μελλοντική πιθανή απασχόληση ποικίλλει σε όλες τις χώρες, εξαιτίας των διαφορετικών τάσεων που επικρατούν σε κάθε ηλικιακή ομάδα απασχόλησης και των διαφορετικών δεικτών απασχόλησης ανάλογα με την ηλικία και το φύλο. Σε φθίνουσες συνθήκες απασχόλησης ομάδων ανάλογα με την ηλικία, μία αύξηση στους ρυθμούς απασχόλησης θα μπορούσε να αποτρέψει ή τουλάχιστον να μετριάσει μία αναγκαστική εργασιακή συρρίκνωση. Σε ότι αφορά τη συνταξιοδότηση, το άρθρο τονίζει την σημασία της δυνατότητας απασχόλησης για τους ανέργους με σκοπό έτσι να αντισταθμιστεί η δημογραφική γήρανση και επομένως και η προσδοκώμενη αύξηση στον αριθμό των συνταξιούχων. 

Η παρούσα έκθεση εξετάζει τη σχέση μεταξύ των πολιτικών λιτότητας και της δημόσιας υγείας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ενώ υπήρξε μεγάλη συζήτηση με θέμα τη σχετική επιτυχία της λιτότητας όσον αφορά τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης και τον έλεγχο των δαπανών, ο άμεσος αντίκτυπός της στην υγεία δεν έχει διερευνηθεί τόσο ευρέως, ιδιαίτερα σε διεθνές επίπεδο. Χρησιμοποιώντας διεθνή δεδομένα και στοιχεία από μεμονωμένες χώρες (συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας), η έκθεση αυτή καταγράφει την εξέλιξη της λιτότητας σε ολόκληρη την ήπειρο, τις μεταγενέστερες αλλαγές στα συστήματα υγείας και τα αποτελέσματα της, προτού επιδιώξει να ξεπεράσει τους συγκεκριμένους διαύλους μέσω των οποίων η λιτότητα μπορεί να επηρέασε την υγεία κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Η παρούσα εργασία εστιάζει στη διατροφή της ηλικιακής ομάδας άνω των 65 ετών σε ο,τι αφορά τις συστάσεις του Υπουργείου Υγείας, τις συνήθειες της εν λόγω ομάδας αλλά και τη σχέση της διατροφής με την υγεία και τη σύγχρονη νοσολογία.

Παρουσιάζονται τα συμπεράσματα από τη μελέτη που έγινε με βάση ερωτηματολόγια σε εργαζόμενους 40 ετών και άνω και τεκμηριώνονται με βιβλιογραφικές αναφορές από έρευνες που έχουν γίνει σχετικά με το θέμα αυτό. Καταβάλλεται μια προσπάθεια σύνδεσης των χρόνιων ασθενειών και της γήρανσης του εργατικού δυναμικού ώστε να προταθούν μέτρα αντιμετώπισης, και πραγματοποιείται μια καταγραφή των προβλημάτων που με βεβαιότητα θα απασχολήσουν μελλοντικά το χώρο εργασίας.

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα:
Η Ελλάδα παρουσιάζει στη Διεθνή Κοινότητα και στους Διεθνείς Οργανισμούς, ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσεων και πρωτοβουλιών για την προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων.

Στόχος του συγκεκριμένου Σχεδίου Δράσης είναι να καταγράψει τομείς
ελλειμμάτων και προβλημάτων, δράσεων και πρακτικών, ώστε να αποτελέσουν τη βάση ανάπτυξης ενός ολοκληρωμένου σχεδίου Δράσης για την άνοια και τη νόσο Alzheimer στη χώρα μας.

Ολοκληρωμένη στρατηγική για την αντιμετώπιση της άνοιας, η οποία θα περιλαμβάνει όλους τους άξονες που συνθέτουν το πρόβλημα: Πρόληψη, Έγκαιρη Διάγνωση και Θεραπεία, Φροντίδα των Ασθενών και Στήριξη στους Φροντιστές τους, και Έρευνα.

 Η Ε.Επιτροπή είχε προτείνει, το Σεπτέμβριο του 2010, να ορίσει το 2012 ως το Ευρωπαϊκό Έτος για την ενεργό γήρανση. Υπογραμμίζει ότι η αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών θα διαφυλαχθεί, ειδικότερα, αν εξασφαλιστεί ότι όσοι γεννήθηκαν κατά την περίοδο
της μεταπολεμικής δημογραφικής έκρηξης θα παραμείνουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αγορά εργασίας και ότι θα συνεχίσουν να είναι υγιείς, δραστήριοι και αυτόνομοι όσο το
δυνατόν περισσότερο. Το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσαν την απόφαση για το Ευρωπαϊκό Έτος τον Σεπτέμβριο του 20112 , προσθέτοντας τη φράση «αλληλεγγύης
μεταξύ των γενεών» στον τίτλο της.

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΗΤΑΝ ΝΑ ΒΡΕΘΟΥΝ ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΟΔΗΓΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΣΘΕΝΩΝ ΜΕ ΗΠΙΑ ΝΟΗΤΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΝΟΣΟ ΑΛΤΣΧΑΙΜΕΡ ΚΑΙ Ο ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΟΔΗΓΗΣΗΣ

Η παχυσαρκία στην τρίτη ηλικία Ενδιαφέρον για την εκπαίδευση

Σκοπός αυτής της εργασίας ήταν να μελετήσει τον βαθμό παχυσαρκίας της τρίτης ηλικίας πληθυσμού στο νομό Αττικής, κατά φύλο, ηλικία, επίπεδο εκπαίδευσης και επάγγελμα, προκειμένου να εκτιμηθεί η κατάσταση υγείας τους. Τα ευρήματα προμηνύουν αύξηση των νοσημάτων που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Η αντιμετώπιση του υπέρμετρου σωματικού βάρους και η σωστή διατροφή αποτελούν στρατηγική του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) για βελτίωση και διατήρηση της υγείας των λαών τον 21ο αιώνα. Η προληπτική παρέμβαση κρίνεται αναγκαία.

Η κοινωνική στήριξη έχει ισχυρό αντίκτυπο στα άτομα, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα άτομα με προβλήματα υγείας. Η έλλειψη δικτύου υποστήριξης και οι φτωχές οικογενειακές ή κοινωνικές σχέσεις μπορεί να είναι κρίσιμες για τη μεταγενέστερη ζωή και αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την κακοποίηση των ηλικιωμένων. Αυτή η μελέτη επικεντρώθηκε στις σχέσεις μεταξύ κοινωνικής υποστήριξης, δημογραφικών / κοινωνικοοικονομικών, μεταβλητών υγείας και κακομεταχείρισης.
Τα διατομεακά στοιχεία της  έρευνας συλλέχθηκαν μέσω συνεντεύξεων ή συνεντεύξεων / αυτοαξιολόγησης κατά τη διάρκεια του Ιανουαρίου-Ιουλίου 2009, μεταξύ ενός δείγματος 4.467 ατόμων χωρίς άνοια, ηλικίας 60-84 ετών που ζούσαν σε επτά ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Ελλάδα, Ιταλία, Λιθουανία, Πορτογαλία, Ισπανία και Σουηδία).
Οι πολυμεταβλητές αναλύσεις έδειξαν ότι οι γυναίκες και τα άτομα που ζουν σε μεγάλα νοικοκυριά και με σύζυγο / σύντροφο ή άλλα άτομα, ήταν πιο πιθανό να βιώσουν υψηλά επίπεδα κοινωνικής στήριξης. Επιπλέον, η συχνή χρήση των υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης και οι χαμηλές βαθμολογίες κατάθλιψης ή δυσφορίας λόγω σωματικών καταγγελιών ήταν δείκτες υψηλής κοινωνικής υποστήριξης. Τα χαμηλά επίπεδα κοινωνικής στήριξης σχετίζονταν με την ηλικία και την κακοποίηση, ιδιαίτερα την ψυχολογική.
Τα υψηλά επίπεδα κοινωνικής στήριξης μπορεί να αποτελέσουν προστατευτικό παράγοντα για τη μείωση τόσο της ευπάθειας των ηλικιωμένων όσο και του κινδύνου κακομεταχείρισης τους. Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής, οι κλινικοί ιατροί και οι ερευνητές θα μπορούσαν να δράσουν αναπτύσσοντας προγράμματα παρέμβασης που διευκολύνουν τις φιλίες και τις κοινωνικές δραστηριότητες στην τρίτη ηλικία.

Παρά τις πολυάριθμες νομοθετικές πράξεις και τους δημόσιους υγειονομικούς φορείς στην Ελλάδα, η χώρα στερείται ολοκληρωμένης και ισχυρής μακροπρόθεσμης πολιτικής στον τομέα της δημόσιας υγείας. Η παραδοσιακά υψηλή προτεραιότητα που συνδέεται με τη θεραπευτική αγωγή παρά με τις δράσεις δημόσιας υγείας είναι ο κύριος λόγος αυτών των ελλείψεων. Η έκθεση αυτή βασίζεται σε αρκετές εθνικές εκθέσεις επικεντρωμένες στο ελληνικό σύστημα υγείας και σε άλλες συγκεκριμένες πηγές της χώρας, προκειμένου να σκιαγραφήσει τις μεγάλες θεσμικές και χρηματοδοτικές προκλήσεις για την προαγωγή της υγείας στην Ελλάδα και συγκεκριμένα την προαγωγή της υγείας για τους ηλικιωμένους.
Το έγγραφο βασίζεται στη μέθοδο της αναλυτικής βιβλιογραφικής ανασκόπησης. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι δράσεις προώθησης της υγείας των ηλικιωμένων πραγματοποιούνται στην Ελλάδα αλλά κυρίως στις αστικές περιοχές και / ή στο πλαίσιο των έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Απαιτούνται κυβερνητικές προσπάθειες για την τόνωση συντονισμένων παρεμβάσεων δημόσιας υγείας σε τοπικό επίπεδο με έμφαση στα θετικά αποτελέσματα της προαγωγής της υγείας. Τα προγράμματα προώθησης της υγείας ,ου εφαρμόζονται με επιτυχία, πρέπει να λαμβάνουν την απαραίτητη κρατική στήριξη για να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.

Ο παππούς και η γιαγιά σε γονεϊκό ρόλο Ενδιαφέρον για την εκπαίδευση

Τις τελευταίες δεκαετίες η έξαρση ορισμένων κοινωνικών φαινομένων έχει οδηγήσει στην αποσταθεροποίηση της δομής της οικογένειας. Σε αρκετές περιπτώσεις οι παππούδες και οι γιαγιάδες στην προσπάθεια τους να επαναφέρουν την σταθερότητα στο εσωτερικό της αναδεικνύονται σε στυλοβάτες της αναλαμβάνοντας τον γονεϊκό ρόλο απέναντι στα εγγόνια τους. Η παρούσα έρευνα εξετάζει τις καταστάσεις που βιώνουν τα εγγόνια καθώς επίσης οι παππούδες και οι γιαγιάδες που έχουν αναλάβει την ανατροφή αυτών των παιδιών. Η παρούσα ποιοτική έρευνα έγινε στο στενό γεωγραφικό πλαίσιο του νομού Φθιώτιδας ενώ χρονολογικά τοποθετείται στην περίοδο 2000-2003 με μια διακοπή των συνεντεύξεων το καλοκαίρι του 2002. Ως μέσο συλλογής δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η ημι-δομημένη συνέντευξη, αφού πρώτα σχεδιάστηκε ένα πλάνο, το οποίο περιελάμβανε κλειστού, αλλά και ανοιχτού τύπου ερωτήσεις, αποτελώντας, έτσι, ένα από τα πολλά ερευνητικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν (βιβλιογραφικές πηγές, έγγραφα των δικαστηρίων, κ.ά.). Το υλικό του πλάνου των συνεντεύξεων δομήθηκε έτσι, ώστε η εξέλιξη των ερωτήσεων να δίνει μια σαφή χρονική αναπαράσταση της πορείας της οικογένειας των παιδιών. Οι συνεντεύξεις μαγνητοφωνήθηκαν και απομαγνητοφωνήθηκαν από την ερευνήτρια. Σε κάθε πρόταση έγινε ανάλυση στο περιεχόμενό της, από όπου δημιουργήθηκε και ένα θέμα. Τα θέματα που αναδύθηκαν, κατηγοριοποιήθηκαν και σχημάτισαν ένα σύνολο-κυρίαρχο θέμα, στο οποίο όλα ήταν αρμονικά δεμένα μεταξύ τους. Αναφορικά με τα υποκείμενα, λόγω ανυπαρξίας ολοκληρωμένου καταρτισμένου κατάλογου με τα ονόματα των οικογενειών, στον οποίο θα φαίνονταν ποιοι παππούδες είχαν αναλάβει τα εγγόνια τους, έγινε συγκέντρωση του δείγματος της έρευνας με την συλλογή ένα προς ένα υποκειμένων από διαφορετικές πηγές -έτσι ώστε να εκπροσωπούν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών-, χρησιμοποιώντας ως συμπληρωματική τη μέθοδο της χιονοστιβάδας. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα συγκεντρώθηκαν από όλα τα σχολεία, τις κοινωνικές υπηρεσίες, τις Εκκλησίες, τα αρχεία των δικαστηρίων (1991 - 2002) και όλους τους Δήμους του νομού Φθιώτιδας. Προϋποθέσεις συμπερίληψης μιας οικογένειας στο δείγμα της έρευνας ήταν, οι παππούδες να έχουν συγγένεια εξ αίματος με έναν από τους γονείς του παιδιού και να έχουν αναλάβει άτυπα είτε με νομική κάλυψη (δικαστικό αγώνα) ένα ή περισσότερα εγγόνια τους για συνεχόμενο χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός εξαμήνου, χωρίς την δραστική παρουσία των γονιών. Δηλαδή, επρόκειτο για νοικοκυριά παππούδων που αποκλειστικά οι ίδιοι φρόντιζαν τα εγγόνια τους, παρότι σε ελάχιστες περιπτώσεις μπορεί να υπήρχε έστω και τυπικά ο ένας γονέας. Δεν τέθηκε περιορισμός ως προς την ηλικία που θα είχε το παιδί ή οι παππούδες, αλλά ούτε και όσον αφορά στην αιτία, που οδήγησε τους παππούδες στην ανάληψη του γονεϊκού ρόλου για τα εγγόνια τους. Επιπρόσθετα, αναφορικά με τις προϋποθέσεις, δεν θεωρήθηκε υποχρεωτικό, προκειμένου να συμπεριληφθεί μια οικογένεια στο δείγμα, να απαντήσουν και οι γονείς των παιδιών, μιας και αυτή ήταν η ουσία της έρευνας αυτής· η απουσία των γονέων. Το προφίλ των παππούδων (εννοείται και των γιαγιάδων) είχε ως εξής: Η πλειοψηφία τους ήταν γιαγιάδες χήρες, χαμηλού μορφωτικού και κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου, αποτελούσαν αρχηγούς των κατατετμημένων κατά γενεές οικογενειών, ανέτρεφαν από 1 έως 4 εγγόνια και ελάχιστες ήταν νομικά κατοχυρωμένες έναντι των εγγονιών τους ή λάμβαναν κάποιου είδους επίδομα από την Πρόνοια ή από το Π.Ι.Κ.Π.Α. Η έκταση και η ένταση των ευθυνών που ανελάμβαναν οι παππούδες, εξαρτιόταν από το εξελικτικό στάδιο του εγγονιού τους. Ποιοτικά, αλλά και ποσοτικά δεδομένα ως ενδεικτικά στοιχεία, συγκεντρώθηκαν μέσα από τις συνολικά, 56 ημι-δομημένες συνεντεύξεις που πραγματοποιήθηκαν σε 35 οικογένειες (33 με τους παππούδες, 20 με τα παιδιά και 3 με τους γονείς των παιδιών), οι οποίες διενεργήθηκαν στην πλειοψηφία τους, στις κατοικίες των οικογενειών των συνεντευξιαζόμενων παππούδων. Η παρούσα έρευνα ασχολήθηκε με την ανάλυση των επιμέρους συστατικών που αποτελούν τις κατατετμημένες κατά γενεές οικογένειες. Σ’ αυτή επιχειρήθηκε η διερεύνηση και η περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί μέσα στις κατατετμημένες κατά γενεές οικογένειες, οι οποίες δημιουργούνται, όταν τα δυο βασικά συστατικά μέλη της, οι φυσικοί γονείς (η ενδιάμεση γενιά), απουσιάζουν, οπότε υποκαθίστανται ως προς τον γονεϊκό ρόλο τους απέναντι στα παιδιά τους από τους φυσικούς (με συγγένεια εξ αίματος ανιόντες συγγενείς από την πλευρά του πατέρα, της μητέρας ή και των δύο) παππούδες και γιαγιάδες των παιδιών τους· δηλαδή συμβιώνουν, οι δυο ακρινές γενιές. Στόχος ήταν η εξακρίβωση των παραμέτρων, που συμβάλλουν στη δημιουργία της κατατετμημένης κατά γενεές οικογένειας στα πλαίσια της Ελληνικής κοινωνίας, η περιγραφή και η εξέταση των συνθηκών που λαμβάνουν χώρα μέσα σ’ αυτή, καθώς επίσης η μελέτη της ποιότητας της συμβίωσης των παππούδων με τα εγγόνια τους ελλείψει γονέων, των κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών της και των κύριων γνωρισμάτων του οικογενειακού περιβάλλοντός της, των παραγόντων που ασκούν επίδραση στην ψυχοσύνθεση ενός παιδιού και των επιπτώσεων λόγω της απουσίας των γονέων (πραγματική ή πλασματική-συναισθηματική) στην ψυχολογική και γενικότερη εξέλιξή του.

Ένα πλαίσιο συντονισμένης παγκόσμιας δράσης από την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, τα κράτη μέλη και τους εταίρους σε όλους τους στόχους της αειφόρου ανάπτυξης για τη γήρανση και την υγεία.

Ο σχεδιασμός και η πολιτική στον τομέα της υγείας επιδιώκουν να δημιουργήσουν μια ομάδα αμοιβαία αλληλεπιδρώντων φορέων για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών με σκοπό την κάλυψη των αναγκών υγείας ενός πληθυσμού. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην κατάσταση της υγείας του πληθυσμού χαρακτηρίζονται από συνεχή βελτίωση του προσδόκιμου ζωής, χρόνιες ασθένειες που απορροφούν το 90% των συνολικών δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη, διαφορές στις αιτίες θνησιμότητας (παραπάνω από 70% θνησιμότητα από καρκίνο,καρδιακές και εγκεφαλικές νόσους και εξωτερικές αιτίες). Οι νέες τάσεις στους δείκτες υγείας καθορίζουν τις τρέχουσες πολιτικές υγείας και οδηγούν στην αναγκαιότητα προσαρμογής του συστήματος υγείας ώστε να ανταποκρίνεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες υγείας του πληθυσμού. Ειδικότερα, στο πλαίσιο των αλλαγών στο επιδημιολογικό φάσμα και της μεταβλητότητας των δεικτών νοσηρότητας και θνησιμότητας, το επίκεντρο δεν είναι μόνο να παραταθεί περαιτέρω το προσδόκιμο ζωής, αλλά και να βελτιωθεί το προσδόκιμο ζωής χωρίς χρόνιες παθήσεις και χωρίς αναπηρίες και να μειωθεί η θνησιμότητα στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, δηλαδή να γίνει εφικτό να μη χάνονται ζωές πριν την ηλικία των 65 χρονών. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι κύριες στρατηγικές προτεραιότητες της πολιτικής για την υγεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση για την περίοδο 2014-2020 είναι: (1) Η πρόληψη και η προαγωγή της υγείας (καταπολέμηση ασθενειών που συνδέονται με τον σύγχρονο τρόπο ζωής), (2) Προστασία από διαφόρων ειδών ασθένειες( για την αντιμετώπιση της εξωτερικής επίδρασης των διαφόρων συσχετιζόμενων ασθενειών, καταπολεμώντας επιδημίες και πανδημίες) 3. Βιωσιμότητα (για την αντιμετώπιση της έλλειψης πόρων με την υιοθέτηση της καινοτομίας) (4) Προσβασιμότητα (για να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στην ιατρική εμπειρογνωμοσύνη ) . Ως εκ τούτου, οι βασικές προτεραιότητες είναι η πρόληψη των ασθενειών και η βελτίωση της ζωής σε καλή υγεία, η ασφάλεια των ασθενών και η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, καθώς και η ετοιμότητα στη διαχείριση κρίσεων και κινδύνων υγείας.

Στόχος να μελετηθεί το προσδόκιμο ποσοστό επιβίωσης στην Ελλάδα, να μελετηθούν οι παράγοντες εκείνοι που συνέβαλαν στην πτώση της Ελλάδας στη λίστα μακροβιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να προταθούν μέτρα επίλυσης του προβλήματος  ώστε η Ελλάδα να καταταχθεί και πάλι ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες με υψηλό ποσοστό επιβίωσης.

Στην προσπάθεια αποτύπωσης της τρέχουσας κατάστασης όλων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και μερικών άλλων χωρών (όπως η Τουρκία), ως προς το υπάρχον πρόγραμμα συνταξιοδότησης, υγειονομικής περίθαλψης και μακροχρόνιας φροντίδας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κοινοποίησε σχετικές αναφορές για κάθε χώρα κατά το έτος 2014. Η Ελλάδα αποτέλεσε μια από τις χώρες που συμμετείχαν σε αυτήν την αξιολόγηση.

Το 2010 η ελληνική οικονομία εισήλθε σε μια βαθιά δομική και πολύπλευρη κρίση, με κύρια χαρακτηριστικά το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, το τεράστιο δημόσιο χρέος, τη συρρίκνωση του ΑΕΠ, την αυξανόμενη ανεργία και τη συνεχή διάβρωση της ανταγωνιστικής θέσης της χώρας. Συνέπεια αυτών ήταν, τον Μάιο του 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νο- μισματικό Ταμείο να ανακοινώσουν τη σύνα- ψη συμφωνίας με την Ελλάδα για ένα τριετές πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών της. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της συμφωνίας είναι η αυστηρή εισοδηματική πολιτική, η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων, η θέσπιση μέτρων ενίσχυσης της ευελιξίας στην αγορά εργασίας, η περικοπή των δαπανών και η συγχώνευση ή η κατάργηση των φορέων του δημόσιου τομέα που δεν είναι παραγωγικοί. εξακολούθησε να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα αποδοτικότητας, αποτελεσματικότητας, ισότητας και ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. Οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες δεν ανταποκρίθηκαν στις προϋποθέσεις διαμόρφωσης και άσκησης σύγχρονης πολιτικής υγείας και δεν κατόρθωσαν να δώσουν λύση στις δομικές αντινομίες που εμφανίζει ο υγειονομικός τομέας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο τομέας της υγείας βρέθηκε στο επίκεντρο των επιχειρούμενων αναδιαρθρωτικών προσαρμογών. Αιτία για αυτό είναι το γεγονός ότι, παρά τον μεγάλο αριθμό των θεσμικών παρεμβάσεων που έγιναν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) κατά τη διάρκεια των προηγούμενων δύο δεκαετιών με σκοπό την ανάπτυξη των υλικοτεχνικών υπο- δομών του και τον εκσυγχρονισμό των διοικη- τικών-διαχειριστικών μηχανισμών του, αυτό
Στο πλαίσιο αυτό, τίθενται δύο αλληλοσυνδεόμενα ερωτήματα. Το πρώτο είναι κατά πόσο και σε ποιο βαθμό η οξεία οικονομική κρίση που πλήττει την ελληνική οικονομία θα μπορούσε να ιδωθεί ως ο βασικός κινητήριος μοχλός για την προώθηση της μεταρρύθμισης του υγειονομικού τομέα της χώρας. Το δεύτερο αφορά την κατεύθυνση των αλλαγών και των επιπτώσεών τους στην αποτελεσματική και αποδοτική λειτουργία του συστήματος υγείας, καθώς και στην ισότιμη πρόσβαση των υπηρεσιών. Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί στο να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα, προκει- μένου να αποσαφηνιστεί ο χαρακτήρας του θεσμικού πλαισίου προστασίας της υγείας που αυτή τη στιγμή διαμορφώνεται στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, η μελέτη διαρθρώνεται ως εξής:
Στην επόμενη ενότητα αποτυπώνεται η οργανωτική δομή του συστήματος υγείας, με έμφαση στο ρόλο των επιμέρους δρώντων



10
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ (REPORTS) / 7
Στην τελευταία ενότητα συμπυκνώνεται η απάντηση στα δύο βασικά ερωτήματα που έχουν τεθεί στη μελέτη αυτή. Υπό προϋποθέ- σεις, η παρούσα οικονομική κρίση, διακόπτο- ντας την αυτο-αναφορικότητα του συστήμα-
φορέων και κοινωνικών υποκειμένων. Ειδι- κότερα, εξετάζεται ο ρόλος του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και άλλων Υπουργείων που έχουν αρμοδιό- τητες υγείας, των ασφαλιστικών ταμείων, της τοπικής αυτοδιοίκησης, του ιδιωτικού τομέα, των ομάδων πολιτών, των καταναλωτικών ενώσεων και των επαγγελματικών οργανώσε- ων, καθώς και της Εκκλησίας. Επιπροσθέτως, παρουσιάζεται η περιφερειακή διάρθρωση και ο βαθμός αποκέντρωσης του ΕΣΥ, καθώς και η θέση και οι δυνατότητες επιλογών που έχουν οι ασθενείς.
τρούς και της χρησιμοποίησης φαρμάκων από τον ελληνικό πληθυσμό.
Στην Ενότητα 3 διερευνάται η εξέλιξη των δημόσιων και ιδιωτικών δαπανών υγείας. Επι- προσθέτως, αναλύεται η σημασία και η βαρύ- τητα των επιμέρους πηγών χρηματοδότησης του συστήματος, και ιδιαίτερα της φορολογί- ας, της κοινωνικής ασφάλισης, των ιδιωτικών πληρωμών και της προαιρετικής ασφάλισης υγείας. Στη συνέχεια, η μελέτη επικεντρώνεται στη σχέση αγοραστών και προμηθευτών υπη- ρεσιών υγείας και στις μεθόδους αποζημίωσης των μονάδων παροχής υπηρεσιών και των επαγγελματιών υγείας. Σκοπός του κεφαλαίου αυτού είναι να αναδείξει τα προβλήματα και την αναχρονιστικότητα των μορφών χρημα- τοδότησης του υγειονομικού τομέα.
Η Ενότητα 5 επιχειρεί την αξιολόγηση της επίδοσης του συστήματος υγείας σε σχέση με τους διακηρυγμένους στόχους του. Εδώ εντο- πίζεται μια σειρά ανεπαρκειών και δυσλειτουρ- γιών, όπως η άνιση κατανομή του κόστους και του οφέλους λειτουργίας του ΕΣΥ μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, η μη αποδοτική κατανο- μή των υγειονομικών πόρων, η χαμηλή τεχνική αποδοτικότητα στην παραγωγή των υπηρεσι- ών υγείας, η χαμηλή ποιότητα της περίθαλψης που οδηγεί στην έκφραση δυσαρέσκειας από τους πολίτες και η φθίνουσα συμβολή του συ- στήματος υγείας στη βελτίωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού.
Αντικείμενο της Ενότητας 4 είναι η οργά- νωση της παροχής των υπηρεσιών υγείας. Αναλυτικότερα, αναδεικνύονται τα προβλήμα- τα που αντιμετωπίζουν οι δομές πρωτοβάθμι- ας φροντίδας και νοσοκομειακής περίθαλψης. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην οδοντιατρική φροντίδα, η οποία χαρακτηρίζεται από εκτενή ιδιωτικοποίηση και τη σχεδόν παντελή απου- σία του δημόσιου τομέα, καθώς και στη φαρ- μακευτική περίθαλψη, λόγω της πολύ μεγάλης έκτασης της συνταγογράφησης από τους για-
Η ανάλυση των μεταρρυθμίσεων του ΕΣΥ και του βαθμού στον οποίο αυτές εφαρμόστη- καν και συνέβαλαν στον εκσυγχρονισμό της φροντίδας υγείας στην Ελλάδα διενεργείται στην Ενότητα 6. Ειδικότερα, εξετάζονται τα χαρακτηριστικά του πρώτου και του δεύτερου κύματος μεταρρυθμίσεων του συστήματος υγείας κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 αντίστοιχα. Εντοπίζονται τα σημεία και τα αποτελέσματα της αποτυχίας αυτών, όπως αντικατοπτρίζονται στα σοβαρά προβλήματα που εμφάνιζε ο υγειονομικός τομέας τη στιγ- μή υπογραφής του Μνημονίου Συνεννόησης, και διατυπώνονται προτάσεις μέτρων που θα μπορούσαν να τα είχαν αντιμετωπίσει. Στη συνέχεια, γίνεται η κριτική επισκόπηση των εξελίξεων στο σύστημα υγείας, έτσι όπως αυ- τές προβλέφθηκαν και επιβλήθηκαν από το Μνημόνιο.

τος υγείας ως εξωγενής προς αυτό παράγοντας ανατροπών, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα παράθυρο ευκαιρίας για την αλλαγή του πα- ραδείγματος πολιτικής υγείας στη χώρα, η οποία υπήρξε θεσμικά εξαρτημένη από το νο- τιοευρωπαϊκό μοντέλο άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Όμως, η θετική οπτική που μπορεί να δίνει η απάντηση αυτή στο πρώτο ερώτημα σχετικοποιείται και ανατρέπεται από την απά- ντηση στο δεύτερο ερώτημα. Από τις έως τώρα
ενδείξεις, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι έχει δοθεί υπερβολική έμφαση στην αποδοτικότη- τα και εν μέρει και στην αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας, με πρωταρχικό στόχο την περικοπή των δαπανών υγείας, ενώ έχει παντελώς παραμεληθεί η διάσταση της ισοτιμίας. Αυτό σημαίνει πλήρη υποταγή στις επι- ταγές λιτότητας του Μνημονίου, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής.

Η μεταρρύθμιση των συστημάτων υγειονομικής φροντίδας βρίσκεται στο επίκεντρο του κοινωνικού και πολιτικού διαλόγου στις χώρες της Ευρώπης εδώ και αρκετές δεκαετίες. Παράγοντες όπως η ταχεία αύξηση των υγειονομικών δαπανών σε συνάρτηση με τη γήρανση του πληθυσμού, τις αλλαγές στο προφίλ της ζήτησης υπηρεσιών υγείας, τις εξελίξεις στην ιατρική τεχνολογία και τις κλινικές πρακτικές καθιστούν τον τομέα της υγείας κομβικό πεδίο παρέμβασης και ανα- διάταξης της δομής και λειτουργίας του κοινωνικού κράτους. Παράλληλα οι κοινωνικές και δημογραφικές αλλαγές αυξάνουν επιτακτικά την ανάγκη για υπηρεσίες μακροχρόνιας φροντίδας, οι οποίες αποτελούν πεδίο επικάλυψης ανάμεσα στην ιατρική περίθαλψη και την κοινωνική πρόνοια.
Οι πιέσεις μεταρρύθμισης εντάθηκαν κατά την τρέχουσα παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία ενίσχυσε σε πολλές χώρες πολιτικές επιλογές όπως δραστική μείωση των δημόσιων δαπανών για την υγεία (και την κοινωνική φροντίδα) και ενίσχυση της ιδιωτικής περίθαλψης, περιορισμό των παρεχόμενων (δημόσιων) υπηρεσιών και επιδομάτων, και ευρείας εμβέλειας αλλαγές στη φαρμακευτική πο λιτική και στις σχέσεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα στη χρηματοδότηση και παροχή υγειονομικών υπηρεσιών. Οι επιλογές αυτές προβάλλουν το επιχείρημα της ύπαρ ξης αντισταθμίσματος (trade-off) ανάμεσα στην (οικονομική) αποτελεσματικότητα, από τη μια μεριά, και άλλες βασικές αρχές του κοινωνικού κράτους, όπως είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, η ανταποκρισιμότητα στις ανάγκες, η ισότητα ως προς την πρόσβαση και χρήση των υπηρεσιών υγείας (και μακροχρόνιας φροντίδας) και η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, από την άλλη. Με βάση το επιχείρημα αυτό, οι μεταρρυθμίσεις που στοχεύουν στην ενίσχυση της οικονομικής αποτελεσματικότητας αποβαίνουν εις βάρος των παραπάνω βασικών αρχών. Η αποδυνάμωση των αρχών αυτών υποδηλώνει τις αρνητικές επιπτώσεις των μεταρρυθμίσεων στην ανισότητα και τη φτώχεια (με ταχεία επιδείνωση των επιπτώσεων κατά την περίοδο της υφιστάμενης παγκόσμιας κρίσης, καθώς μειώνονται, ταυτόχρονα, τόσο η ανταποκρισιμότητα του δημόσιου τομέα στις αυξανόμενες ανάγκες, όσο και η ικανότητα των νοικοκυριών να προβούν σε ιδιωτικές δαπάνες υγείας).
Ο τομέας της υγειονομικής φροντίδας βρίσκεται στο προσκήνιο του προγράμματος δομικής προσαρμογής που εφαρμόσθηκε στο πλαίσιο του πρώτου και δεύτερου Μνημονίου. Η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης συναρτάται με έναν αριθμό παραγόντων: (α) Με καίριες «ενδογενείς» στρεβλώσεις και αδυναμίες (“system-specific deficits”) του Εθνικού Συστήματος Υγείας (στο θέμα αυτό υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία).2 (β) Με κοινές τάσεις που επηρεάζουν όλα τα εθνικά συστήματα υγείας (όπως η δημογραφική γήρανση, οι τεχνολογικές εξελίξεις στην υγεία κ.λπ.) και απαιτούν πολιτικές ελέγχου του κόστους και συγκράτησης της δαπάνης υγείας. Και (γ) με τις ιδιαίτερες επιταγές του προγράμματος «διάσωσης» (και τις ιδεολογικο-πολιτικές επιλογές που το χαρακτηρίζουν).
Υπό το πρίσμα αυτό, κεντρικός στόχος της έρευνας είναι η διερεύνηση και κριτική αποτίμηση των δράσεων και πολιτικών υγείας (και μακροχρόνιας φροντίδας) στην Ελλάδα κατά την περίοδο της κρίσης καθώς και οι επιπτώσεις στις εκβάσεις υγείας (health outcomes) και κατ’ επέκταση στην κοινωνικο-οικονομική ανισότητα

Τα τελευταία χρόνια ενισχύεται, όλο και περισσότερο, η δημόσια ευαισθητοποίηση απέναντι στο ζήτημα του μελλοντικού οικονομικού βάρους που σχετίζεται με τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού και τις επακόλουθες ανάγκες μακροχρόνιας φροντίδας.Η παρούσα μελέτη δημοσιεύτηκε από το Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ και επικεντρώνεται στις εν εξελίξει μεταρρυθμίσεις στα πεδία της υγειονομικής και μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.

Μέσα από μια σειρά 3 άρθρων του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τα Συστήματα και τις Πολιτικές Υγείας, Έλληνες συγγραφείς εξετάζουν τη σχέση μεταξύ της επιδείνωσης των επιδημιολογικών δεικτών της δημόσιας υγείας και της ανάγκης για την αύξηση του κόστους για την αντιμετώπιση των νέων υγειονομικών αναγκών που προκύπτουν από την οικονομική κρίση και την λιτότητα, ειδικά στο ελληνικό σύστημα υγείας.
Η οικονομική κρίση στην Ελλάδα έχει επιδεινωθεί από το 2010 που διεσώθει από τη διεθνή κοινότητα. Η χώρα υπέστη το έκτο συνεχόμενο έτος οικονομικής συρρίκνωσης, το 2013, με την οικονομία της να συρρικνώνεται κατά 20% μεταξύ του 2008 και του 2012 ενώ η πρόβλεψη για το 2014 είναι αναιμική ή ανύπαρκτη.
Η ανεργία έχει τριπλασιαστεί, από 7, 7% το 2008 σε 24,3% το 2012, ενώ η μακροχρόνια ανεργία έφτασε στο 14,4%. Εξετάζουμε το ιστορικό της κρίσης, εκτιμούμε το πως τα μέτρα λιτότητας έχουν επηρεάσει την υγεία του ελληνικού πληθυσμού και την πρόσβασή τους στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, και εξετάζουμε την πολιτική απόκριση, στις ολοένα αυξανόμενες ενδείξεις για μία ελληνικής τραγωδίας αναφορικά με τη δημόσιας υγείας.

Υγιής και Ενεργός Γήρανση Ενδιαφέρον για το κοινό

Η παρούσα έκθεση παρέχει μια επιλογή από τις πολιτικές, τα προγράμματα και τις παρεμβάσεις που υφίστανται επί του παρόντος ή έχουν εφαρμοστεί στην ΕΕ και τα κράτη μέλη της, καθώς και από τον Π.Ο.Υ. και τον Καναδά, για την προαγωγή της υγείας των «νεότερων» ηλικιωμένων.
Στην έκεθεση αυτή παρέχονται στοιχεία για διάφορες πτυχές αναφορικά με την υγεία και την προαγωγή της υγείας της συγκεκριμένης πληθυσμιακής ομάδας, ενώ ταυτόχρονα, διασκορπισμένα μέσα στο κείμενο, υπάρχουν παραδείγματα βασικών πηγών που μπορούν να παρέχουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ανάπτυξη αποτελεσματικών παρεμβάσεων προώθησης της υγείας για την ομάδα αυτή. Το τελευταίο μέρος της έκθεσης  περιέχει μια συλλογή 87 έργων που συμβάλλουν στην υγεία και την ευημερία των «νεότερων» ηλικιωμένων.

Μελέτη δομών υποστήριξης σε Ελλάδα και Ευρώπη για ηλικιωμένους με ψυχικές και νοητικές διαταραχές.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Επιλέγοντας κατηγορία μπορείτε να δείτε παρακατω τα άρθρα που ανήκουν σε αυτή.

Επιλέγοντας "Πίσω" επιστρέφετε στην προηγούμενη κατηγορία.