H ποσοτικοποίηση της μυϊκής μάζας είναι σημαντική στην κλινική πρακτική και υπάρχουν αρκετά μέσα που μπο-
ρούν να χρησιμοποιηθούν για μετρήσεις. Ο σκοπός της παρούσας ανασκόπησης είναι η αναγνώριση και η κριτική
ανάλυση των μέσων που υπάρχουν και χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της μυϊκής μάζας σε ηλικιωμένους. Δέκα
διαφορετικά εργαλεία μέτρησης της μυϊκής μάζας αναγνωρίζονται και περιγράφονται. Η αξονική τομογραφία και η
μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιούνται ως τυποποιημένος τρόπος (gold standard). Η διπλής ενέργειας φωτονιακή
απορροφησιομέτρηση πιθανόν είναι η πιο γνωστή μέθοδος, αλλά εξ αιτίας του κόστους περιορίζεται η χρήση της. Οι
συσκευές βιοηλεκτρικής εμπήδησης είναι φορητές, απλές στην εφαρμογή και λιγότερο ακριβές. Ανθρωπομετρικές
μετρήσεις έχουν εφαρμογή σε κατ’ οίκον επισκέψεις. Ωστόσο, υπάρχουν ελλείψεις στη βιβλιογραφία για την αξιολό-
γηση της αξιοπιστίας των μέσων μέτρησης μυϊκής μάζας σε ηλικιωμένους. Απαιτούνται νέες ερευνητικές μελέτες για
να διερευνηθεί η εφαρμογή και να ελαχιστοποιηθούν τα λάθη στις μετρήσεις μυϊκής μάζας στην κλινική πρακτική.

Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να αξιολογήσει τις αλλαγές στην ποιότητα ζωής των ασθενών μετά από ολική αρθροπλαστική γόνατος και να αξιολογήσει τις αλλαγές στη φυσική δραστηριότητα χρησιμοποιώντας ένα αυτοαναφερόμενο ερωτηματολόγιο και μετρώντας τον αριθμό των βημάτων 3-6 μήνες μετά την εγχείριση.

Αξιολογήθηκε η πρώτη εφαρμογή της υπηρεσίας διασύνδεσης καταγμάτων σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο της Αθήνας. Από τους 213 ασθενείς που προσκλήθηκαν να συμμετέχουν, 97 (45.5%) αρνήθηκαν να συμμετάσχουν. Από τους 116 που συμμετείχαν (μέση ηλικία 74.8 ± 12 έτη), 77 (66.4%) αποσύρθηκαν από τη μελέτη κάποια στιγμή στη διάρκεια της παρακολούθησης ενώ 39 ασθενείς ολοκλήρωσαν την παρακολούθηση. Όλοι οι 116 ασθενείς αξιολογήθηκαν για παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση και συμμετείχαν σε εκπαίδευση που περιλάμβανε και άσκηση. Η συμμετοχή ήταν μέτρια (54.5%) και απαιτείται βελτίωση. Φαρμακευτική αγωγή για την οστεοπόρωση είτε προτάθηκε είτε αναθεωρήθηκε  σε 74 από τους 116 ασθενείς που συμμετείχαν.

Σκοπός της μελέτης ήταν να συγκρίνει την αποτελεσματικότητα του προγράμματος Πιλάτες και των ασκήσεων ενίσχυσης του κορμού στη λειτουργική αναπηρία και στη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής σε γυναίκες με χρόνια οσφυαλγία. Συνολικά 101 εθελόντριες με χρόνια οσφυαλγία παρείχαν δεδομένα με τρίμηνη παρακολούθηση. Χωρίστηκαν τυχαία σε ομάδα Πιλάτες (n= 37), ομάδα ασκήσεων ενίσχυσης του κορμού (n= 36) και ομάδα ελέγχου (n= 28), και γυμνάζονταν για 8 εβδομάδες, 3 φορές την εβδομάδα. Η ομάδα που ασκούνταν με Πιλάτες ανέφερε μεγαλύτερη βελτίωση στη λειτουργική αναπηρία και τη σχετιζόμενη με την υγεία ποιότητα ζωής συγκριτικά με την ομάδα που ακολουθούσε το πρόγραμμα ασκήσεων ενίσχυσης του κορμού και την ομάδα ελέγχου (p  0.05). Τα αποτελέσματα διατηρήθηκαν  στην ομάδα Πιλάτες ψγια 3 μήνες μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος και για μικρότερο διάστημα στην ομάδα ασκήσεων ενδυνάμωσης του κορμού.

Η συγκεκριμένη μελέτη διερευνά τη θνησιμότητα από κάθε αιτία μετά από κάταγμα ισχίου σε ηλικιωμένα άτομα. Συνολικά, 122.808 συμμετέχοντες από οχτώ διαφορετικές Ευρωπαϊκές κοορτές, (ανάμεσα στις οποίες και η ομάδα EPIC-ηλικιωμένοι, Ελλάδα) και από τις Η.Π.Α. παρακολουθούνταν κατά μέσο όρο για 12,6 χρόνια. Τα συμβάματα καταγμάτων ισχίου καταγράφονταν έπειτα από τηλεφωνική επικοινωνία/ ερωτηματολόγια είτε από εθνικές βάσεις δεδομένων, ενώ η αιτία θανάτου καταγραφόταν από τα πιστοποιητικά θανάτου.
Βάσει των αποτελεσμάτων, το κάταγμα ισχίου σχετιζόταν θετικά με αυξημένη πιθανότητα θνησιμότητας από κάθε αιτία, σχέση η οποία ήταν περισσότερο έκδηλη στους άντρες, αν και η διαφορά αυτή δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Η θνησιμότητα ήταν υψηλότερη τον πρώτο χρόνο από το κάταγμα ισχίου, αλλά παρέμενε σε υψηλά επίπεδα για πολύ καιρό μετά την εκδήλωση του κατάγματος.
Επομένως, το κάταγμα ισχίου σχετίσθηκε με αυξημένη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη θνησιμότητα από κάθε αιτία στα ηλικιωμένα άτομα.

Τα ερωτηματολόγια για την αναπηρία χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο για την κλινική εκτίμηση, τη μέτρηση έκβασης της θεραπείας και την μεθοδολογία της έρευνας για την οσφυαλγία. Η χρήση τους σε διαφορετικές χώρες και πολιτιστικές ομάδες πρέπει να ακολουθεί ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές για τη μετάφραση και τη διαπολιτισμική προσαρμογή. Η μετάφραση ενός τέτοιου μέσου πρέπει να ελέγχεται για την αξιοπιστία και το κύρος του να εφαρμοστεί και να επιτρέπει τη συγκρισιμότητα των στοιχείων. Ο Δείκτης Αναπηρίας Oswestry  και το Ερωτηματολόγιο του Roland-Morris για την Αναπηρία, είναι δύο ουσιαστικά ερωτηματολόγια που αφορούν την αναπηρία και χρησιμοποιούνται πιο συχνά ως μέτρα έκβασης σε ασθενείς με οσφυαλγία. Τα δύο ερωτηματολόγια μεταφράστηκαν για χρήση με τον ελληνικό πληθυσμό, μεταφράστηκαν ξανά(από άλλον φυσικά μεταφραστή) στην αρχική γλώσσα και στη συνέχεια εξετάστηκαν, και έγινε διαθέσιμο σε μια τελική έκδοση. Οι ελληνικές εκδόσεις του Δείκτη Αναπηρίας Oswestry και το ερωτηματολόγιο του Roland-Morris για την Αναπηρία δοκιμάστηκαν σε 697 ασθενείς με οσφυαλγία. Η αξιοπιστία της εσωτερικής συνέπειας για την ελληνική μετάφραση του  Δείκτη Αναπηρίας του Oswestry και του ερωτηματολογίου Αναπηρίας του   Roland-Morris  έχουν φτάσει μία σταθερά άλφα του  Cronbach των 0.833 και 0.885 αντίστοιχα. Διασφαλίστηκαν η εγκυρότητα της όψης και του περιεχομένου αυτών των ερωτηματολογίων.  Η συντρέχουσα  εγκυρότητα αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας μια κλίμακα πόνου έξι σημείων ως κριτήριο. Η συσχέτιση των δύο κλιμάκων ήταν σημαντική. Η ελληνική μετάφραση αυτών των ερωτηματολογίων αναπηρίας παρέχουν αξιόπιστα και έγκυρα εργαλεία για την αξιολόγηση των ελληνόφωνων ασθενών με οσφυαλγία.

ΣΚΟΠΟΣ: Η εκτίμηση του επιπολασμού της συμπτωματικής οστεοαρθρίτιδας γόνατος, άκρας χειρός και ισχίου στο γενικό ενήλικο πληθυσμό της Ελλάδας.
ΜΕΘΟΔΟΙ: Η μελέτη αυτή πραγματοποιήθηκε στο συνολικό πληθυσμό 7 κοινοτήτων (8547 άτομα) και σε άλλα 2100  (ανάμεσα σε 5686 ) τυχαία επιλεγμένα άτομα από 2 κοινότητες. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με κατ οίκον επίσκεψη δεκαέξι ρευματολόγων στους συμμετέχοντες και τη χορήγηση ερωτηματολογίου, κλινική εξέταση και εργαστηριακές εξετάσεις,όπου κρίθηκε απαραίτητο. Για τη διάγνωση χρησιμοποιήθηκαν τα κριτήρια του Αμερικανικού Κολλεγίου Ρευματολογίας.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Από το τελικό σύνολο 10.647 ατόμων, συμμετείχαν στην έρευνα 8.740. Το ποσοστό απόκρισης ανήλθε σε 82.1%. Ο σταθμισμένος κατά το φύλο και την ηλικία επιπολασμός για την συμπτωματική οστεοαρθρίτιδα γόνατος, άκρας χειρός και ισχίου ήταν 6%, 2% και 0.9% αντίστοιχα. Τα ποσοστά ήταν σημαντικά αυξημένα στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες και παρουσίαζαν σημαντική αύξηση με την πάροδο της ηλικίας. Η συμπτωματική οστεοαρθρίτιδα γόνατος βρέθηκε σημαντικά συχνότερη στις αγροτικές σε σχέση με τις αστικές ή ημιαστικές περιοχές. Σημειώθηκε στατιστικά σημαντική συσχέτιση του γυναικείου φύλου και της ηλικίας από 50 και άνω με συμπτωματική οστεοαρθρίτιδα γόνατος, άκρας χειρός και ισχίου, της παχυσαρκίας με οστεοαρθρίτιδα γόνατος και ισχίου και του χαμηλού επιπέδου εκπαίδευσης με την οστεοαρθρίτιδα γόνατος.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Η οστεοαρθρίτιδα γόνατος, άκρας χειρός και ισχίου είναι κοινή στον ενήλικο πληθυσμό της Ελλάδας, με επικράτηση του γυναικείου φύλου και αύξηση του επιπολασμού με την πάροδο της ηλικίας. Το γυναικείο φύλο και η ηλικία αποτελούν παράγοντες κινδύνου για όλες τις πλευρές της οστεοαρθρίτιδας, η παχυσαρκία για την  οστεοαρθρίτιδα γόνατος και ισχίου και το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης για την οστεοαρθρίτιδα γόνατος. 

Σκοπός: Nα εκτιμηθεί η συχνότητα των  ρευματικών νοσημάτων, όπως ορίστηκε από την αναπηρία και τη χρήση των υπηρεσιών υγείας εξαιτίας αυτών, στον ενήλικο ελληνικό πληθυσμό.
Μέθοδοι: Η μελέτη εκπονήθηκε στο συνολικό πληθυσμό 7 κοινοτήτων (8547 άτομα) καθώς και σε άλλα  2100 (ανάμεσα σε 5686) τυχαία επιλεγμένα άτομα άλλων 2 κοινοτήτων . Οι ρευματολόγοι πραγματοποίησαν κατ 'οίκον επισκέψεις στους συμμετέχοντες προκειμένου να εκτιμήσουν τη συχνότητα της νοσηρότητας μέσα από  6 δείκτες αναπηρίας και χρήσης υπηρεσιών υγείας που σχετίζονται με ρευματολογικά νοσήματα ή με άλλες σημαντικές ασθένειες. Αποτελέσματα: Το ποσοστό συμμετοχής ανήλθε σε 82.1%. Ο επιπολασμός χρονίων προβλημάτων υγείας, χρόνιας αναπηρίας, προσωρινής αναπηρίας, ιατρικών επισκέψεων, χρήσης συνταγογραφημένων ή μη φαρμάκων λόγω ρευματικών νοσημάτων ανήλθε σε 14.3%, 4.3%, 2.9%, 2.8%, 7.2% και 2% αντίστοιχα. Συγκριτικά με άλλα σοβαρά προβλήματα υγείας τα ρευματικά νοσήματα ήταν η πιο κοινή αιτία χρονίων προβλημάτων υγείας (38.7%), χρόνιας αναπηρίας (47.2%), προσωρινής αναπηρίας (26.2%) και ιατρικών επισκέψεων (20.5%) ενώ ήταν στη δεύτερη θέση σαν αιτία χρήσης συνταγογραφημένων (24%) ή μη φαρμάκων (17.7%). Τα ρευματικά νοσήματα αποτέλεσαν την κύρια αιτία νοσηρότητας σε 5 από τους 6 δείκτες για άτομα ηλικίας 65 ετών και βρέθηκε συσχέτιση της νοσηρότητας από ρευματικά νοσήματα με το γυναικείο φύλο, την ηλικία των 45 ετών και τη παχυσαρκία.
Συμπέρασμα: Αυτά τα ευρήματα αποκαλύπτουν πως τα ρευματικά νοσήματα αποτελούν μείζον πρόβλημα δημόσιας υγείας και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά το σχεδιασμό προγραμμάτων  προπτυχιακής και μεταπτυχιακής ιατρικής εκπαίδευσης, έρευνας και υπηρεσιών υγείας.

Σκοπός της μελέτης ήταν να συγκρίνει την ποιότητα ανάρρωσης κατά την έξοδο από το νοσοκομείο μεταξύ των ασθενών που χειρουργήθηκαν για αρθροπλαστική ισχίου και γονάτου, καθώς και να διερευνήσει τους παράγοντες που μπορεί να την προβλέψουν.
Μέθοδος. Σχεδιάστηκε μία περιγραφική, σε 12 νοσοκομεία της Κύπρου, Ελλάδας, Φιλανδίας, Ισλανδίας και Σουηδίας. Το δείγμα απετέλεσαν 865 ασθενείς (413 χειρουργήθηκαν για αρθροπλαστική ισχίου και 452 για αρθροπλαστική γονάτου) οι οποίοι κατά την έξοδο από το νοσοκομείο συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο που περιλάμβανε μετρήσεις για την ποιότητα ανάρρωσης, ποιότητα ζωής, ικανοποίηση από τη νοσηλεία και εκπλήρωση αναγκών γνώσης.
Αποτελέσματα. Σε σχέση με τον πόνο οι ασθενείς που χειρουργήθηκαν στο ισχίο είναι στατιστικά σημαντικά καλύτερη ανάρρωση από όσους χειρουργήθηκαν στο γόνατο. Και οι δύο ομάδες ασθενών εξέφρασαν αρνητικά συναισθήματα πριν την επέμβαση που συσχετίστηκε με χειρότερη ανάρρωση. Η εκπλήρωση αναγκών γνώσης είχε περιορισμένη επίδραση στην ποιότητα ανάρρωσης, ενώ υψηλότερη ικανοποίηση από τη νοσηλεία προέβλεπε καλύτερη ποιότητα ανάρρωσης.

Κατάγματα άνω μηριαίου: ταξινόμηση και προδιαθεσικοί παράγοντες. Ενδιαφέρον για τους επαγγελματίες υγείας και περίθαλψης

Ταξινόμηση και περιγραφή των καταγμάτων αυτής της κατηγορίας, αναφορά στις σημαντικότερες παθογενετικές αιτίες.

Τα κατάγματα στην περιοχή του ισχίου στην τρίτη ηλικία αποτελούν μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, το οποίο συνεχώς μεγαλώνει λόγω του ότι ο αριθμός αυτών των ασθενών και ο μέσος όρος ηλικίας τους συνεχώς αυξάνει. Τα κατάγματα σε άτομα άνω των 60 ετών κατά 50% και περισσότερο είναι στην περιοχή του ισχίου. Αυτοί οι ασθενείς αποτελούν το 38% των εισαγωγών της κλινικής μας και ο καθένας καταλαμβάνει ένα νοσηλευτικό κρεβάτι κατά μέσο όρο για 11 ημέρες. Οι ασθενείς της τρίτης ηλικίας είναι αρκετά ευπαθείς σε μη άριστη θεραπεία. Επιπλοκές που μπορούν εύκολα να ξεπεραστούν από νεώτερους ασθενείς μπορεί να προμηνύουν το τέλος των γηραιών ατόμων.
Είναι γεγονός ότι υπάρχει μεγάλη δυσκολία στην αποκατάσταση των ατόμων αυτής της ηλικίας είτε λόγω μυ­ϊκής αδυναμίας είτε λόγω δυσκολίας επικοινωνίας με αυτούς. Μετά την έξοδο τους από την κλινική και για μεγάλο χρονικό διάστημα ή για το υπόλοιπο της ζωής τους έχουν την ανάγκη ατόμων του οικογενειακού τους πε­ριβάλλοντος ή βοηθών για την εξυπηρέτησή τους.
Επομένως, στόχοι της θεραπείας πρέπει να είναι η ελάττωση της νοσηρότητας και της θνησιμότητας αυτών των ασθενών, με σωστή χειρουργική αντιμετώπιση και ενεργητική μακρόχρονη αποκατάσταση, πράγματα που
στοιχίζουν στο γενικότερο περιβάλλον.

Στην εργασία  αυτή  προτείνεται ένα  αυξανόμενης δυσκολίας πρόγραμμα ελεύθερων  ενεργητικών ασκήσεων, κύριοι  στόχοι  του  οποίου  είναι  η αύξηση της κινητικότητας και  του εύρους τροχιάς των επιμέρους κινήσεων, η ενδυνάμωση των μυών και η βελτίωση  της  λειτουργικότητας  του μέλους.

Τα προβλήματα των ποδιών είναι κοινά στους ηλικιωμένους και σχετίζονται με μειωμένη κινητικότητα και ποιότητα ζωής. Ωστόσο, δεν έχουν αξιολογηθεί τα χαρακτηριστικά των προβλημάτων των ποδιών σε ηλικιωμένους Έλληνες Αυστραλούς, των οποίων δεύτερη γλώσσα είναι η αγγλική.

Η εν λόγω μελέτη διερευνά την πιθανή συσχέτιση μεταξύ του μορφωτικού επιπέδου και της οικογενειακής κατάστασης με το κάταγμα ισχίου σε ηλικιωμένα άτομα από την Ευρώπη και τις Η.Π.Α.
155.940 συμμετέχοντες ηλικίας άνω των 60 ετών από επτά υπο-ομάδες (συμπεριλαμβανομένης της EPIC-ηλικιωμένοι, Ελλάδα) έλαβαν μέρος στη μελέτη.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι συμμετέχοντες που είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο είχαν μικρότερη πιθανότητα κατάγματος ισχίου, συγκριτικά με τα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου άτομα. Επιπλέον, τα άτομα που έμεναν μόνα τους, ιδίως της ηλικιακής ομάδας 60-69 ετών, είχαν την τάση αυξημένου κινδύνου για κάταγμα ισχίου, συγκριτικά με όσους ήταν παντρεμένοι ή συζούσαν.
Συμπερασματικά, το υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο πιθανώς συμβάλλει σε μειωμένο κίνδυνο κατάγματος ισχίου, ενώ ο κίνδυνος αυξάνεται σε άτομα που ζουν μόνα τους, κυρίως στην ηλικιακή ομάδα 60-69 ετών.

Μυοσκελετικές αλληλεπιδράσεις στην οστεοπαθολογία Ενδιαφέρον για τους επαγγελματίες υγείας και περίθαλψης

Σύμφωνα με τη θεωρία του μηχανοστάτη, ένα μοντέλο που προωθήθηκε από τον Harold Frost και περιγράφηκε εκτενώς στο “Utah paradigm of skeletal physiology”, η οστική ανάπτυξη και η οστική απώλεια διεγείρονται από την τοπική μηχανική ελαστική παραμόρφωση του οστού. Η φόρτιση των οστών μέσω μηχανικής διέγερσης από τους μυς προϋποθέτει ένα όριο ώστε να υπάρχουν θετικά αποτελέσματα στα οστά. Στην πρόληψη και στη διαχείριση
των μυοσκελετικών παθήσεων, η σύγχρονη αποκατάσταση θα πρέπει να επικεντρωθεί στο πώς να αυξήσει τη μυϊκή και την οστική δύναμη. Με δεδομένη τη στενή αλληλεπίδραση μεταξύ μυών και οστών, μια εξατομικευμένη εκπαιδευτική προσέγγιση βελτιστοποιεί τη λειτουργικότητα και παράλληλα βελτιώνει τη συνολική ποιότητα της ζωής.

Από τον Ιανουάριο του 2007 έως τον Φεβρουάριο του 2010, 11 ασθενείς (8 γυναίκες και 3 άνδρες) υποβλήθηκαν σε αναθεώρηση ενδομυελικής ήλωσης ή εσωτερικής οστεοσύνθεσης με ολική αρθροπλαστική ισχίου συνεπεία ψευδάρθρωσης ή αστοχίας υλικών οστεοσύνθεσης περιτροχαντήριων καταγμάτων. ∆ύο έτη μετά την επέμβαση, τέσσερις ασθενείς ήταν ελεύθεροι πόνου, έξι ανέφεραν ήπιο άλγος και ένας μέτριο. Τέσσερις ασθενείς δεν χρησιμοποιούσαν βοηθήματα βάδισης, ενώ επτά χρειαζόντουσαν κάποια μορφή υποβοήθησης. Τρεις ασθενείς βάδιζαν μεγάλες αποστάσεις, έξι βάδιζαν μερικά οικοδομικά τετράγωνα και μόνο δύο παρέμειναν περιορισμένοι κατ’ οίκον. Οκτώ ανέφεραν καθόλου ή ελάχιστη χωλότητα, ενώ τρεις εμφάνιζαν μέτρια χωλότητα βάδισης. Συμπερασματικά η ολική αρθροπλαστική διάσωσης σε αποτυχία προηγούμενης χειρουργικής θεραπείας περιτροχαντήριων καταγμάτων αποτελεί μία τεχνικά απαιτητική επέμβαση. Η αποκατάσταση της ανώδυνης και εμβιομηχανικά ορθής λειτουργίας του ισχίου είναι δύσκολο να επιτευχθεί σε περιπτώσεις μεταφυσιακών και διαφυσιακών παραμορφώσεων και οστικών ελλειμμάτων, ιδιαίτερα του έσω φλοιού.

Κύριο σκοπό αυτής της έρευνας αποτέλεσε η αξιολόγηση των αλλαγών στην ποιότητα ζωής και στη φυσική δραστηριότητα γυναικών τρίτης ηλικίας με οστεοαρθρίτιδα, μετά από αρθροπλαστική γόνατος, όπως αυτή καταγράφηκε πριν την επέμβαση και στη συνέχεια 3 και 6 μήνες μετά.

Τα προγράµµατα της Κοινωνικής Μέριµνας ξεκίνησαν να λειτουργούν από το 2000, και διανύουν µέχρι και σήµερα οκτώ έτη συνεχούς παροχής υπηρεσιών σε µέλη της τρίτης ηλικίας, σχεδόν σε όλους του ∆ήµους της χώρας µας. Το πρόγραµµα υλοποιείται από οµάδα η οποία αποτελείται από κοινωνική λειτουργό, νοσηλεύτρια/τη και δύο οικογενειακούς βοηθούς, ιατρό. Σκοπός του προγράµµατος είναι η παραµονή των ηλικιωµένων στο φυσικό και κοινωνικό τους περιβάλλον, η διατήρηση της συνοχής της οικογένειας του ηλικιωµένου, η αποφυγή της χρήσης ιδρυµατικής φροντίδας και τέλος η βελτίωση και εξασφάλιση της ποιότητας ζωής των ηλικιωµένων κατ' οίκον. Στους επί µέρους στόχους του προγράµµατος συµπεριλαµβάνεται η παροχή οργανωµένης και συστηµατικής κοινωνικής φροντίδας από ειδικά καταρτισµένα άτοµα σε συνδυασµό µε φορείς κοινωνικής αλληλεγγύης.

Η σύγχρονη νοσηλευτική φροντίδα εστιάζει στον ασθενή, στην αυτοδιαχείριση της ασθένειας και στην ενδυνάμωση. Η συμμετοχή των ασθενών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων αποτελεί θέμα μείζονος ενδιαφέροντος στην παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας.
ΣΚΟΠΟΣ: Διερεύνηση των προτιμήσεων των ασθενών που υποβάλλονται σε ολική αρθροπλαστική για την ενημέρωσή τους και τον έλεγχο στη θεραπεία και την αυτοεξυπηρέτησής τους, για την πρόσβαση στη γνώση, και την ικανοποίηση από τη φροντίδα στο νοσοκομείο.
ΥΛΙΚΟ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΣ: Περιγραφική μελέτη με διαχρονική παρακολούθηση σε δύο χρονικές στιγμές: πριν την επέμβαση και κατά την έξοδο
του ασθενή από το νοσοκομείο. Χρησιμοποιήθηκαν το Ερωτηματολόγιο Απόψεων για την Υγεία Krantz, η Κλίμακα Πρόσβασης στη Γνώση για τον ασθενή και η Κλίμακα Ικανοποίησης των Ασθενών από τη Φροντίδα Υγείας. Η ανάλυση δεδομένων έγινε με μεθόδους περιγραφικής στατιστικής και παραμετρικές δοκιμασίες.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς δεν επιθυμούσαν ενεργό συμμετοχή στην πρόσληψη των πληροφοριών και στον έλεγχο σχετικά με την κατάσταση της υγείας τους. Ωστόσο, είχαν επαρκή πρόσβαση στη γνώση κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους, ήταν περισσότερο ικανοποιημένοι από τον επαγγελματισμό του νοσηλευτικού προσωπικού και τη φροντίδα που έλαβαν, και λιγότερο από το χρόνο που τους αφιέρωνε το νοσηλευτικό προσωπικό. Όσο περισσότερη πρόσβαση στη γνώση είχαν οι ασθενείς, τόσο περισσότερο
ήταν ικανοποιημένοι με τη φροντίδα.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Οι ασθενείς είχαν παθητικό ρόλο στην πρόσληψη πληροφοριών και στη συμμετοχή τους στη φροντίδα και δεν εξέφρασαν προσδοκίες για πιο ενεργό ρόλο στη φροντίδα τους. Παρ’όλα αυτά ήταν ικανοποιημένοι από την παρεχόμενη φροντίδα.

Ο επιπολασμός των πτώσεων αυξάνει με την πάροδο την ηλικίας και είναι υψηλότερος στην γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες.Οι πτώσεις δεν προκαλούν μόνο κατάγματα, προκαλούν και απώλεια της αυτοπεποίθησης. Λόγω του φόβου μιας μελλοντικής  πτώσης, οι ασθενείς περιορίζουν τη φυσική τους δραστηριότητα μειώνοντας έτσι σημαντικά και τις κοινωνικές τους επαφές. 

Η µειωµένη γνωστική λειτουργία σε ασθενείς µε κάταγµα ισχίου έχει συνδεθεί µε τη µεγάλη ηλικία, το επίπεδο της λειτουργικής κατάστασης που προϋπήρχε καθώς και το ιστορικό κατάθλιψης. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας µελέτης ήταν η διερεύνηση των µεταβολών της γνωστικής κατάστασης των ασθενών που εισάγονται για νοσηλεία µετά από κάταγµα ισχίου και αποκαθίστανται χειρουργικά, καθώς και την ύπαρξη συσχέτισης των µεταβολών αυτών µε κοινωνικοδηµογραφικούς και περιεγχειρητικούς παράγοντες. Υλικό και Μέθοδος: Το δείγµα της µελέτης αποτέλεσαν 30 ασθενείς µε κάταγµα ισχίου που αποκαταστάθηκε χειρουργικά. Για τη διεξαγωγή της µελέτης χρησιµοποιήθηκε ειδικά διαµορφωµένο ερωτηµατολόγιο µε ερωτήσεις που αφορούσαν τη γνωστική κατάσταση των ασθενών και συµπληρώθηκε µέσω προσωπικής συνέντευξης. Για την ανάλυση των δεδοµένων χρησιµοποιήθηκε το στατιστικό πακέτο SPSS ver. 17. Αποτελέσµατα: Το 73,3% (n=22/30) του δείγµατος ήταν γυναίκες. Η µέση ηλικία ήταν τα 79,4 έτη µε σταθερή απόκλιση ± 9,68 έτη. Από τη σύγκριση της συνολικής γνωστικής λειτουργίας πριν και µετά την επέµβαση προέκυψε στατιστικά σηµαντική διαφορά τόσο για το Addenbrooke’s Cognitive Examination – ACE-R όσο και για το Mini-mental state examination (MMSE) µεταξύ των δύο µετρήσεων. Η γνωστική κατάσταση και ειδικά οι ικανότητες µνήµης, λεκτικής ευφράδειας και λόγου βρέθηκαν πιο ευάλωτα σε βλάβες µετά το χειρουργείο. Βρέθηκε στατιστικά σηµαντική συσχέτιση ανάµεσα στη γνωστική κατάσταση και στους κοινωνικοδηµογραφικούς παράγοντες και συγκεκριµένα βρέθηκε ότι οι δοκιµασίες ACER και MMSE εξαρτώνται από την ηλικία και την εκπαίδευση, ενώ η υποδοκιµασία της λεκτικής ευφράδειας εξαρτάται κατά το ένα µέρος της από την ηλικία και κατά το άλλο από την εκπαίδευση.Οι περιεγχειρητικοί παράγοντες δεν φαίνεται να παίζουν στατιστικά κανένα ρόλο στις νοητικές λειτουργίες. Συµπεράσµατα: Η µελέτη επιβεβαιώνει την µείωση της γνωστικής λειτουργίας σε ασθενείς µε κάταγµα ισχίου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας τους και υπογραµίζει τη σπουδαιότητα της συστηµατικής εκτίµησης της γνωστικής κατάστασης των ηλικιωµένων ασθενών µε κάταγµα ισχίου από τους νοσηλευτές, έτσι ώστε να παρέχουν την καλύτερη δυνατή φροντίδα.

Σκοπός της μετα-ανάλυσης ήταν να συγκρίνει την αποτελεσματικότητα πολυπαραγοντικών παρεμβάσεων με αυτές που περιλάμβαναν μόνο άσκηση στην πρόληψη των επαναλαμβανόμενων πτώσεων. Συμπεριλήφθηκαν 10 μελέτες και βρέθηκε ότι οι παρεμβάσεις που περιλάμβαναν μόνο άσκηση ήταν 5 φορές ποιο αποτελεσματικές από αυτές που περιλάμβαναν πολυπαραγοντικές παρεμβάσεις. Από άποψη κόστους-αποτελεσματικότητας και δημόσιας υγείας, οι παρεμβάσεις μόνο με άσκηση μπορούν να αποδειχτούν ανεκτίμητες αφού μπορούν να εφαρμοστούν και σε χώρες με λιγότερους πόρους.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Επιλέγοντας κατηγορία μπορείτε να δείτε παρακατω τα άρθρα που ανήκουν σε αυτή.

Επιλέγοντας "Πίσω" επιστρέφετε στην προηγούμενη κατηγορία.