Η συγκεκριμένη μελέτη διερεύνησε την επίδραση της  μακροχρόνιας κατανάλωσης τσαγιού στην εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 σε ηλικιωμένο πληθυσμό. Οι συμμετέχοντες ήταν κάτοικοι της Κύπρου, Μυτιλήνης, Σαμοθράκης, Κεφαλονιάς, Κρήτης, Κέρκυρας και Ζακύνθου (ηλικίας 65-100 χρονών). Αξιολογήθηκαν οι διατροφικές τους συνήθειες βάσει ερωτηματολογίου συχνότητας κατανάλωσης τροφίμων και καταγράφηκαν τα επίπεδα γλυκόζης νηστείας για τον υπολογισμό της συχνότητας σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2 στον υπό μελέτη πληθυσμό. Το 54% των συμμετεχόντων κατανάλωνε τσάι τουλάχιστον 1 φορά/εβδομάδα (κυρίως πράσινο ή μαύρο τσάι) και για τουλάχιστον 30 χρόνια. Η κατανάλωση τσαγιού σχετίσθηκε με χαμηλότερα επίπεδα γλυκόζης, ενώ η μέτρια κατανάλωση τσαγιού (1-2 ποτήρια/ημέρα) σχετίσθηκε με 70% μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, δείκτη μάζας σώματος, επιπέδου φυσικής δραστηριότητας, διατροφικών συνηθειών και άλλων κλινικών χαρακτηριστικών.

Ο κύριος σκοπός της μελέτης ήταν να διερευνήσει τη  δυνητική σχέση μεταξύ των επιπέδων της 25-hydroxyvitamin D [25(OH)D] στον ορό και του δείκτη Σύντομης Διατροφικής Αξιολόγησης {(Μini Nutritional Assessment-MNA), σε ηλικιωμένα άτομα (≥65 ετών) με ή χωρίς κάταγμα ισχίου. Δευτερογενής σκοπός της μελέτης ήταν να παράσχει εκτιμήσεις για τη διακριτική ικανότητα της στην ανίχνευση των ατόμων με χαμηλά επίπεδα της 25(OH)D (20 ng/ml). Το δείγμα αποτελούνταν από 101 ασθενείς με κάταγμα ισχίου από ένα νοσοκομείο των Αθηνών και 85 άτομα που ζούσαν στην κοινότητα χωρίς κάταγμα. Ο δείκτης MNA συσχετίστηκε στατιστικά σημαντικά με τα επίπεδα της 25(OH)D (rho=0.685, p0.001) και το εύρημα ήταν ισχυρό και στις δύο ομάδες του δείγματος ανεξάρτητα από φύλο. Ο δείκτης MNA φαίνεται να είναι ένας ικανοποιητικό υποκατάστατο για τη μέτρηση των επιπέδων της 25(OH)D l. Παρ' όλα αυτά η διακριτική ικανότητα του ΜΝΑ ως διαγνωστικού εργαλείου για την επάρκεια της 25(OH)D είναι σχετικά υποδεέστερη.

Η έκθεση αυτή περιγράφει τα τελικά αποτελέσματα του Έργου στο σύνολο των 7 τομέων της κλίμακας MAST, 47 μήνες μετά την έναρξη του Έργου Renewing Health, τον Φεβρουάριο του 2010. Τον Δεκέμβριο του 2013 το Έργο ολοκληρώθηκε και ως εκ τούτου τα στατιστικά δεδομένα,που αναφέρονται στη παρούσα μελέτη αναλύονται από το σημείο αυτό και πέρα.

Το εγχειρίδιο αυτό προέρχεται από το Πρόγραμμα Manage Care, το οποίο έχει χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Προγράμματος για την Υγεία. Αποτελεί ένα χρήσιμο εγχειρίδιο που δίνει τη δυνατότητα στον ασθενή με διαβήτη να απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούν τον ρόλο του και τα καθήκοντά του. Εξηγεί την έννοια της ενδυνάμωσης, τι πρέπει ένας ασθενής με διαβήτη να προσέχει σχετικά με την  αντιμετώπισή του και πώς θα συνεργαστεί με το ιατρικό - νοσηλευτικό προσωπικό, την οικογένεια, φίλους, την κοινότητά ή και με ενώσεις διαβητικών, ώστε να βελτιώσει την ποιότητα της περίθαλψής του.

Εισαγωγή: Ο σακχαρώδης διαβήτης (DM) γίνεται σύγχρονη επιδημία λόγω της μεγάλης επικράτησης της παχυσαρκίας και της σωματικής αδράνειας. Προηγούμενες μελέτες στην Ελλάδα σε αστικούς και μικτούς αστικούς και αγροτικούς πληθυσμούς, ανέφεραν ότι ο επιπολασμός του DM είναι μικρότερος από 3%. Ωστόσο, ελλείπουν δεδομένα σχετικά με τον επιπολασμό του DM σε αποκλειστικά αγροτικές περιοχές της Ελλάδας. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν η διερεύνηση του επιπολασμού του DM σε μια αντιπροσωπευτική αγροτική περιοχή της Ελλάδας.
Μέθοδοι: Η ομάδα που μελετήθηκε συνίστατο στους κατοίκους των χωριών Άγιος Δημήτριος, Αδάμη και Μετόχι της περιφέρειας Αργολίδας, σύμφωνα με την Ελληνική Απογραφή του 2001. Συνολικά, εξετάστηκαν 880 άτομα ηλικίας 1-99 ετών (410 άνδρες [46,6%] μέση ηλικία [± τυπική απόκλιση, SD] ​​46,7 ± 26 έτη, 470 θηλυκά - μέση ηλικία [± SD] 48,2 ± 24,3 έτη)  για τυχόν παρουσία DM. Ο δείκτης μάζας σώματος (BMI), ο δείκτης μέσης έως ισχίου (WHR), το προσωπικό και το οικογενειακό ιστορικό καταγράφηκαν σε βάση δεδομένων. Μετά από γρήγορη νηστεία, ελήφθησαν δείγματα αίματος για τον προσδιορισμό της γλυκόζης πλάσματος (FPG) και του προφίλ λιπιδίων ορού. Στην περίπτωση FPG> 126 mg / dL πραγματοποιήθηκε ένας δεύτερος προσδιορισμός μία εβδομάδα αργότερα. Υπήρξε σημαντική αύξηση του επιπολασμού του DM όσο αυξανόταν η ηλικία (ηλικία 41-50 ετών: 6,4% έναντι 71-80 ετών 14,1%, p  30 kg / m2 ήταν 20,8%, ενώ η κεντρική παχυσαρκία (WHR> 0,90 αρσενικά,> 0,85 στα θηλυκά) παρατηρήθηκε στο 63%. Η ηλικία, η παχυσαρκία, το οικογενειακό ιστορικό του σακχαρώδους διαβήτη, η αρτηριακή υπέρταση και τα υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων συσχετίσθηκαν σημαντικά με την παρουσία DM (Υ.Γ. Αυτά τα θέματα θα πρέπει να αποτελούν πρωταρχικό στόχο στρατηγικών προληπτικής παρέμβασης.

Ιστορικό: Η έντονη αύξηση του διαβήτη τύπου 2 απαιτεί την ενεργό ανάπτυξη και εφαρμογή αποτελεσματικών προγραμμάτων πρόληψης. Έχει αναληφθεί δράση σε ευρωπαϊκό επίπεδο με τη δρομολόγηση του σχεδίου IMAGE για την ενοποίηση και τη βελτίωση των διαφόρων εννοιών διαχείρισης της πρόληψης που υπάρχουν σήμερα στην Ε.Ε. Αυτή η αναφορά περιγράφει το ιστορικό και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη των δεικτών ποιότητας έργου IMAGE για προγράμματα πρωτοβάθμιας πρόληψης του διαβήτη. Στόχος είναι τα άτομα που είναι υπεύθυνα για την πρόληψη του διαβήτη σε διάφορα επίπεδα των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης. Μέθοδοι: Η ανάπτυξη των δεικτών ποιότητας διεξήχθη από μια ομάδα ειδικών που εκπροσωπούν διάφορες επαγγελματικές ομάδες από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Οι δείκτες και οι συστάσεις για τη μέτρηση καταρτίστηκαν από την ομάδα εμπειρογνωμόνων σε συνεδριάσεις συναίνεσης και αναπτύχθηκαν περαιτέρω συνδυάζοντας στοιχεία και γνώμες εμπειρογνωμόνων.
Αποτελέσματα: Οι δείκτες ποιότητας αναπτύχθηκαν για διάφορες στρατηγικές πρόληψης: στρατηγική πρόληψης του πληθυσμού, έλεγχος υψηλού κινδύνου και στρατηγική πρόληψης υψηλού κινδύνου. Συνολικά, δημιουργήθηκαν 22 δείκτες ποιότητας. Αποτελούν το ελάχιστο επίπεδο διασφάλισης ποιότητας που συνιστάται για τα προγράμματα πρόληψης του διαβήτη. Επιπλέον, παράχθηκαν 20 δείκτες επιστημονικής αξιολόγησης με πρότυπα μέτρησης. Αυτοί οι δείκτες μικρού επιπέδου περιγράφουν τις μετρήσεις, οι οποίες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν εάν σχεδιάζονται αξιολόγηση, αναφορά και επιστημονική ανάλυση.
Συμπεράσματα: Ελπίζουμε ότι αυτά τα εργαλεία ποιότητας μαζί με τις οδηγίες IMAGE θα αποτελέσουν χρήσιμο εργαλείο για τη βελτίωση της ποιότητας της πρόληψης του διαβήτη στην Ευρώπη και θα καταστήσουν συγκρίσιμες διαφορετικές προσεγγίσεις πρόληψης.

Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών διαιτολογικών υπηρεσιών και του επιπολασμού υπέρτασης, υπερχοληστερολαιμίας, διαβήτη και παχυσαρκίας σε δείγμα ηλικιωμένων ατόμων, (αντρών και γυναικών) άνω των 65 ετών, κατοίκων επιλεγμένων ελληνικών νησιών και της Κύπρου.
Κατά την διάρκεια του 2010, συλλέχθηκαν πληροφορίες αναφορικά με τις διαιτολογικές υπηρεσίες που παρέχονταν σε  εννέα ελληνικά νησιά και την Κύπρο, μέσω συνεντεύξεων με τους διαιτολόγους (88 στον αριθμό) που δραστηριοποιούνταν στα εν λόγω νησιά. Πληροφορίες για την κατάσταση υγείας των συμμετεχόντων ανακλήθηκαν από τα στοιχεία της μελέτης MEDIS.
Βάσει των αποτελεσμάτων οι κύριοι λόγοι για την επίσκεψη των ηλικιωμένων στους διαιτολόγους ήταν οι εξής: διαβήτης (79%),υπερχοληστερολαιμία(75%) και παχυσαρκία (70%). Το 90% των ηλικιωμένων επισκέφθηκε διαιτολόγο κατόπιν παραπομπής από γιατρό, ενώ το 45% αυτών ολοκλήρωσε τις συνεδρίες τους. Όσο μεγαλύτερη χρονικά  ήταν η παρουσία διαιτολόγου στο νησί, τόσο μικρότερη ήταν η πιθανότητα εμφάνισης υπέρτασης, υπερχοληστερολαιμίας , διαβήτη και παχυσαρκίας πάνω από το μέσο ποσοστό του πληθυσμού. Οι κύριες αιτίες διακοπής της διαιτολογικής παρακολούθησης ήταν οικονομικά προβλήματα και η απόσταση από το διαιτολογικό γραφείο.
Εν κατακλείδι, η ενίσχυση των διαιτολογικών υπηρεσιών στο σύστημα υγείας, μπορεί να συμβάλει στη μείωση των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου στα ηλικιωμένα άτομα, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής τους.

Η διαβίωση και η αυτοδιαχείριση μιας μακροπρόθεσμης κατάστασης συνεπάγεται μια ποικιλία δικτυωμένων σχέσεων. Αυτή η ποιοτική μελέτη εξετάζει τις προσωπικές κοινότητες υποστήριξης ατόμων με διαβήτη τύπου 2. Διεξήγαμε 170 βιογραφικές συνεντεύξεις σε έξι ευρωπαϊκές χώρες (Βουλγαρία, Ελλάδα, Ολλανδία, Νορβηγία, Ισπανία και Ηνωμένο Βασίλειο) για να διερευνήσουμε την κοινωνική υποστήριξη και τα δίκτυα. Η ανάλυση διαμορφώθηκε με αναφορά σε τρεις προκαθορισμένους μηχανισμούς κοινωνικής στήριξης: τη διαπραγμάτευση υποστήριξης που επιτρέπει την εμπλοκή με υγιείς πρακτικές, την πλοήγηση στις πηγές υποστήριξης και τη συλλογική αποτελεσματικότητα. Κάθε συνέντευξη συνοψίστηκε για να περιγράψει την πλοήγηση και τη διαπραγμάτευση των δικτύων των συμμετεχόντων και τον βαθμό συλλογικής αποτελεσματικότητας. Η ανάλυση υπογράμμισε τις ομοιότητες και τις διαφορές μεταξύ των χωρών και έδωσε πληροφορίες για τις δυνατότητες των δικτύων για την υποστήριξη της αυτοδιαχείρισης. Οι μηχανισμοί υποστήριξης δικτύου εντοπίστηκαν σε όλες τις συνεντεύξεις και οι απώλειες και τα κέρδη στα δίκτυα επηρεάστηκαν από τη διαχείριση του διαβήτη. Υπήρχαν διαφορές μεταξύ των χωρών, κυρίως όσον αφορά τον αντίκτυπο της οικονομικής λιτότητας στη δυναμική του δικτύου. Προτείνονται τέσσερις τύποι δικτύων: γενετικά, ποικίλα και επωφελή για τα άτομα. Εξουσιοδοτημένα, τα μέλη του δικτύου ανέλαβαν εργασίες διαχείρισης του διαβήτη. Αποφευκτικά, υποστήριξη που δεν ασχολείται καθόλου.Και προβληματικά, η διαχείριση του διαβήτη ένας αγώνας ή όχι ως προτεραιότητα. Είναι δυνατό να διαφοροποιηθούν οι τύποι εισόδου δικτύου στη διαβίωση και στη διαχείριση του διαβήτη. Αναγνωρίζοντας τη φύση των ενεργών και γενετικών πτυχών της υποστήριξης των δικτύων είναι πιθανό να έχουν σχέση με τις παρεμβάσεις υποστήριξης της αυτοδιαχείρισης είτε μέσω της ενθάρρυνσης της συνεχιζόμενης ανάπτυξης και διατήρησης αυτών των επαφών είτε μέσω της παρέμβασης για την αντιμετώπιση προβληματικών δικτύων μέσω της εισαγωγής των μέσων σύνδεσης των ανθρώπων με πρόσθετες πηγές υποστήριξης .

Να εκτιμηθεί το ετήσιο κόστος θεραπείας για τους διαβητικούς τύπου 2 στην Ελλάδα και να διερευνηθεί η επίδραση της ρύθμισης της γλυκόζης του αίματος στο κόστος του ασθενούς.
ΜΕΘΟΔΟΙ:
Χρησιμοποιήθηκε μια διαδικασία συλλογής δεδομένων πολλαπλών σημείων με βάση τα αρχεία ασθενών 51 γεωγραφικά κατανεμημένων γιατρών προκειμένου να ληφθούν τα απαραίτητα δεδομένα για την ανάλυση και την κατασκευή του μοντέλου κόστους του ασθενούς. Οι ασθενείς ταξινομούνται ως ελεγχόμενοι (δηλ. Διατηρώντας τη ρύθμιση της γλυκόζης στο αίμα για το 1ο αναδρομικό χρονικό πλαίσιο της ανάλυσης) και μη ελεγχόμενοι (οι ασθενείς δε μπόρεσαν να το κάνουν στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα). Οι κατηγορίες κόστους περιλάμβαναν φαρμακευτικές δαπάνες, εργαστηριακές / διαγνωστικές εξετάσεις και αμοιβές διαβούλευσης. Δεν συμπεριλήφθηκαν δαπάνες που οφείλονται σε νοσηλείες λόγω διαβητικών επιπλοκών. Οι υπολογισμοί βασίστηκαν στα τέλη και τις τιμές του 2007 και το κόστος εκφράζεται σε ευρώ.
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ:
Το μέσο ετήσιο κόστος θεραπείας για ελεγχόμενους ασθενείς υπολογίστηκε σε 981,72 ευρώ (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 940,66-1023,01 ευρώ), ενώ για τους μη ελεγχόμενους ασθενείς ήταν 1566,12 ευρώ (διάστημα εμπιστοσύνης 95%, 1485,42-1650,20 ευρώ). Οι μη ελεγχόμενοι ασθενείς είχαν 29,7% υψηλότερο ετήσιο φαρμακευτικό κόστος (340,50 έναντι 441,96 ευρώ), 70% υψηλότερο κόστος για εργαστηριακές / διαγνωστικές εξετάσεις (422,54 έναντι 718,49 ευρώ) και 85,5% υψηλότερο κόστος διαβουλεύσεων (218,68 έναντι 405,67 ευρώ) σε σύγκριση με τους ελεγχόμενους συνομηλίκους τους. Το μέσο κόστος για έναν ασθενή με διαβήτη τύπου 2 στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τη ρύθμιση της γλυκόζης στο αίμα, ήταν 1297,30 ευρώ (95% διάστημα εμπιστοσύνης, 1244,42-1349,61 ευρώ).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Η αδυναμία ελέγχου των επιπέδων γλυκόζης αίματος εντός των «γλυκαιμικών στόχων», εκτός από τις κλινικές συνέπειες, μπορεί επίσης να έχει σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο, με αποτέλεσμα την αύξηση του μέσου ετήσιου κόστους ασθενών κατά 59,5%.

ΣΚΟΠΟΣ Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) τύπου 2 της επίδρασης της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας στην ικανοποίηση από τη θεραπεία που λαμβάνουν. ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ: Μελετήθηκαν 162 ασθενείς με ΣΔ τύπου 2 (ΣΔ2), οι οποίοι επισκέφθηκαν τα τακτικά εξωτερικά ιατρεία του Κέντρου Υγείας Σιδηροκάστρου από τον Οκτώβριο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2013. Η ικανοποίηση από τη θεραπεία μετρήθηκε με την ελληνική έκδοση του ειδικού ερωτηματολογίου Diabetes Treatment Satisfaction Questionnaire (DTSQ), ενώ για την εκτίμηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα αυτο-αξιολόγησης της κατάθλιψης Zung. Καταγράφηκαν κοινωνικο-δημογραφικά και ιατρικά δεδομένα των ασθενών. Η συμπλήρωση των ερωτηματολογίων πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της προσωπικής συνέντευξης και η στατιστική επεξεργασία διενεργήθηκε με το λογισμικό πρόγραμμα Statistical Package for Social Sciences (SPSS), έκδοση 20.0. Εφαρμόστηκαν οι μη παραμετρικές μέθοδοι Mann-Whitney και Kruskal-Wallis για την ανίχνευση στατιστικά σημαντικών διαφορών, η δοκιμασία Spearman’s rho για τον προσδιορισμό του βαθμού συσχέτισης της συνολικής βαθμολογίας του DTSQ με την κλίμακα Zung και με την τιμή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης, ενώ χρησιμοποιήθηκε
και η ανάλυση πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης για τη διερεύνηση της σχέσης της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας με την ικανοποίηση από τη θεραπεία των ασθενών του δείγματος. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Η μέση ηλικία των ασθενών ήταν 66,47±11,50 έτη και το 55,60% των ασθενών ήταν άνδρες. Ο συνολικός δείκτης ικανοποίησης από τη θεραπεία DTSQ ήταν 26,68±4,63. Στατιστικώς σημαντικά μεγαλύτερη καταθλιπτική συμπτωματολογία βρέθηκε να συνδέεται με τις γυναίκες.

Στόχος ήταν να συγκριθεί η επίδραση των υγρών, ημιστερεών και στερεών γαλακτοκομικών προϊόντων και ενός μη-γαλακτοκομικού ποτού όταν καταναλώνονται με υδατάνθρακες υψηλού γλυκαιμικού δείκτη στην υποκειμενική όρεξη, την πρόσληψη τροφής (FI) και τη μεταγευματική γλυκαιμία  (PPG) σε υγιείς ηλικιωμένους. Τριάντα υγιείς άνδρες και γυναίκες (14 άνδρες και 16 γυναίκες, ηλικία: 64,6 ± 2,4 έτη, ΒΜΙ: 25,6 ± 2,5 kg / m2) συμμετείχαν σε μια τυχαιοποιημένη μελέτη διασταύρωσης. Η πρόσληψη ήταν ένα από τα 250mL γάλακτος με 2% λίπος και γάλα σόγιας, 175g  ελληνικό γιαούρτι 2% και 30 g τυριού Cheddar που καταναλώθηκε ως μέρος ενός ισοθερμιδικού (380 kcal) γεύματος με ψωμί και μαρμελάδα. Μόνο το νερό χρησιμοποιήθηκε ως έλεγχος χωρίς θερμίδες για την υποκειμενική όρεξη. Στα 180 λεπτά μετά την κατανάλωση, οι συμμετέχοντες τράφηκαν με ένα προαιρετικό γεύμα για να μετρηθεί το FI. Η υποκειμενική όρεξη, η γλυκόζη του αίματος και η ινσουλίνη μετρήθηκαν αρχικά και σε διαστήματα τόσο πριν (μετά τη θεραπεία) όσο και μετά το γεύμα. Το τυρί και το γιαούρτι είχαν ως αποτέλεσμα χαμηλότερη γλυκόζη αίματος μετά τη θεραπεία από ό,τι το γάλα και το ποτό σόγιας όταν καταναλώθηκαν με υδατάνθρακες (p 0,0001), αλλά δεν παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ οποιωνδήποτε θεραπειών μετά το γεύμα. Οι θεραπείες οδήγησαν σε παρόμοιες συγκεντρώσεις ινσουλίνης.

Στόχος - Ο ρόλος της κατανάλωσης ζωικών πρωτεϊνών στον επιπολασμό  του διαβήτη δεν έχει ακόμη πλήρως κατανοηθεί. Για τον λόγο αυτό, η μελέτη αυτή διερεύνησε τη σχέση μεταξύ μακροχρόνιας πρόσληψης ζωικών πρωτεϊνών και διαβήτη σε ηλικιωμένα άτομα χωρίς γνωστή καρδιαγγειακή νόσο.
Μέθοδοι - Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2005-2007 συμμετείχαν στη μελέτη 1190 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 65-100 ετών, από την Κύπρο, τη Μυτιλήνη, τη Σαμοθράκη, την Κεφαλλονιά, την Κρήτη, τη Λήμνο, την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο. Ο διαβήτης ορίστηκε ως γλυκόζη αίματος νηστείας ≥ 125 mg / dL ή με τη χρήση αντιδιαβητικής φαρμακευτικής αγωγής. Όλοι οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν σχετικά με τις διατροφικές τους συνήθειες μέσω ενός ερωτηματολογίου για την ημιποσοτική συχνότητα των τροφίμων. Η αξιολόγηση της πρόσληψης πρωτεϊνών και ενέργειας πραγματοποιήθηκε χρησιμοποιώντας πίνακες σύνθεσης τροφίμων.
Αποτελέσματα - Μετά από προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο, την παχυσαρκία, το ιστορικό της υπέρτασης, την υπερχοληστερολαιμία και τις διατροφικές συνήθειες, η αύξηση κατά 5% της πρόσληψης  πρωτεϊνών από κρέας και προϊόντα κρέατος συνδέθηκε με 34% (OR = 1.338, 95% CI: 1.02-1.76 ) μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη, ενώ η αύξηση της συνολικής πρόσληψης πρωτεϊνών κατά 5% σχετίζεται με 29% (OR = 1,288, 95% CI: 1,00-1,69) μεγαλύτερη πιθανότητα διαβήτη. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές συσχετίσεις μεταξύ διαβήτη και πρόσληψης πρωτεϊνών από λαχανικά και δημητριακά.
Συμπέρασμα. - Η κατανάλωση ζωικών πρωτεϊνών συσχετίστηκε με υψηλότερο επιπολασμό του διαβήτη στους ηλικιωμένους, ενώ η πρόσληψη πρωτεϊνών, ειδικά από φυτικές πηγές, εντός του συνιστώμενου εύρους, φαίνεται να παρέχει σημαντική προστασία. Αυτό υποδηλώνει ότι η μείωση ή ο έλεγχος του βάρους του διαβήτη μέσω διατροφικών μέσων στους ηλικιωμένους θα πρέπει να περιλαμβάνει την παρακολούθηση της ημερήσιας πρόσληψης πρωτεΐνης.

Έρευνα πάνω στις επιπτώσεις της μακροχρόνιας τηλε-παρακολούθησης ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Β στον γλυκαιμικό έλεγχο, τη ποιότητα ζωής αναφορικά με την κατάσταση υγείας και στη συμμόρφωση στην Μεσογειακή Διατροφή, σε σύγκριση με τη συνηθισμένη φροντίδα

Μελέτη πάνω στις επιπτώσεις της μακροχρόνιας τηλέ-παρακολούθησης ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Β στον γλυκαιμικό έλεγχο και στην ποιότητα ζωής σε σχέση με την κατάσταση υγείας, σε σύγκριση με τη συνηθισμένη φροντίδα. Συγκεντρωτικά αποτελέσματα τριών Ευρωπαικών περιοχών (Βερολίνο-Γερμανία, Θεσσαλία- Ελλάδα και Βενέτο- Ιταλία)

Μελέτη της επίδρασης ενός προγράμματος μακροχρόνιας τηλε-παρακολούθησης ασθενών με διαβήτη τύπου Β στον γλυκαιμικό έλεγχο και την ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία, σε σύγκριση με τη συνήθη φροντίδα.

Σκοπός της μελέτης είναι η αξιολόγηση της επίδρασης ενός σύντομου προγράμματος ομαδικής εκπαίδευσης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Συμμετείχαν 193 διαβητικοί που παρακολουθούνταν σε ιατρείο διαβήτη ενός κέντρου υγείας στην Αττική, οι οποίο χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, την ομάδα παρέμβασης (138 ασθενείς) και την ομάδα ελέγχου (55 ασθενείς). Η ομάδα παρέμβασης αντί να λάβει τη συνήθη φροντίδα, παρακολούθησε ένα δομημένο πρόγραμμα ομαδικής εκπαίδευσης με τη χρήση Χαρτών Συζήτησης, ενώ η ομάδα ελέγχου είχε τη συνήθη φροντίδα. Ως μετρήσεις αποτελεσματικότητας χρησιμοποιήθηκαν η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, ο δείκτης μάζας σώματος, τα τριγλυκερίδια, η κακή χοληστερόλη, η καλή χοληστερόλη, τα οποία μετρήθηκαν πριν την παρέμβαση και 6 μήνες μετά την παρέμβαση. Έξι μήνες μετά βρέθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων,σχετικά με τις αλλαγές στις υπό μελέτη παραμέτρους. Επομένως, για ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η ομαδική εκπαίδευση με τη χρήση Χαρτών Συζήτησης είναι αποτελεσματικότερη από την ατομική στην αυτοδιαχείριση του διαβήτη.

Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του τρόπου ζωής, κοινωνικο-δημογραφικών, κλινικών και ψυχολογικών παραμέτρων και η εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη σε ηλικιωμένους χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου. Οι συμμετέχοντες ήταν 1.190 ηλικιωμένοι ( ηλικίας 65 έως 100 χρονών), άντρες και γυναίκες από νησιά της Μεσογείου ( Κύπρος, Μυτιλήνη, Σαμοθράκη, Κεφαλλονιά, Κρήτη, Λήμνος, Κέρκυρα και Ζάκυνθος). Η διάγνωση του διαβήτη έγινε μέσω των επιπέδων γλυκόζης αίματος νηστείας (>125 mg/dl) ή βάσει του αν λάμβανε κάποιος ειδική φαρμακευτική αγωγή.
Το 21% των ανδρών και το 23% των γυναικών έπασχαν από διαβήτη, ενώ το 70% αυτών ήταν σε ειδική διατροφική αγωγή και το 76% λάμβανε φαρμακευτική αγωγή.Οι πάσχοντες από διαβήτη είχαν μεγαλύτερη συχνότητα υπέρτασης (80% έναντι 64%) και υπερχοληστερολαιμίας (63% έναντι 51%) και χαμηλότερα επίπεδα φυσικής δραστηριότητας συγκριτικά με τους υγιείς συμμετέχοντες. Επίσης, η υπέρταση και η υπερχοληστερολαιμία σχετίζονταν με 144% και 83% μεγαλύτερη πιθανότητα ύπαρξης διαβήτη, ενώ η μέτρια και η έντονη άσκηση με 82% και 67% μικρότερη πιθανότητα αντιστοίχως.
Ένα μεγάλο ποσοστό συμμετεχόντων έπασχε από σακχαρώδη διαβήτη και άλλες μεταβολικές διαταραχές, ενώ το 25% αυτών δε λάμβανε την κατάλληλη αγωγή. Η ενσωμάτωση της φυσικής δραστηριότητας στην καθημερινότητα των ηλικιωμένων ατόμων μπορεί να βοηθήσει στη μείωση της εμφάνισης διαβήτη και στην προαγωγή της υγείας γενικότερα.

Καθώς ο πληθυσμός γηράσκει, η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας.Σκοπός της περιγραφικής ανασκόπησης είναι η παρουσίαση και συζήτηση της σύγχρονης βιβλιογραφίας που αναφέρεται στις αλλαγές της σύστασης του σώματος, της ενεργειακής ισορροπίας και της ενδοκρινολογικής κατάστασης που συμβαίνουν στον ηλικιωμένο άνδρα. Η παχυσαρκία σχετίζεται τόσο με το σωματικό βάρος όσο και στη σύσταση εξαιτίας των αλλαγών στην ενεργειακή πρόσληψη και κατανάλωση. Επιπλέον, ρόλο παίζουν η σαρκοπενία, ο υπογοναδισμός, η λειτουργία του θυρεοειδούς, αλλά και αλλαγές στα πεπτίδια της όρεξης (λεπτίνη, γρελίνη) και το σημαντικότερο, η δράση της ινσουλίνης. Καλύτερη κατανόηση των σύνθετων σχέσεων μεταξύ των ενδοκρινικών αλλαγών λόγω της γήρανσης και της παχυσαρκίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε αποτελεσματικότερες παρεμβάσεις στους ηλικιωμένους.

Σκοπός της συγκεκριμένης μελέτης ήταν η αξιολόγηση της σχέσης μεταξύ κοινωνικοδημογραφικών, κλινικών παραμέτρων και χαρακτηριστικών του τρόπου ζωής με την παρουσία του μεταβολικού συνδρόμου σε ηλικιωμένους, χωρίς γνωστή καρδιαγγειακή νόσο, που κατοικούν σε υψηλό και χαμηλό υψόμετρο. Κατά το χρονικό διάστημα 2005-2011, 1959 ηλικιωμένοι, (65-100 χρονών) από 13 νησιά της Μεσογείου συμμετείχαν στη μελέτη. Καταγράφηκαν κοινωνικοδημογραφικά και κλινικά στοιχεία, καθώς και παράγοντες του τρόπου ζωής χρησιμοποιώντας συμβατικές διαδικασίες. Η διάγνωση του Μεταβολικού Συνδρόμου βασίστηκε  στα Adult Treatment Panel (ATP) III κριτήρια. Υψηλό υψόμετρο θεωρήθηκε όταν το ύψος του τόπου κατοικίας ήταν περισσότερο από 400 μέτρα.
Βάσει των αποτελεσμάτων, ο επιπολασμός του μεταβολικού συνδρόμου ήταν 29% (24% στους άνδρες, 35 % στις γυναίκες).Επιπλέον, ο επιπολασμός του μεταβολικού συνδρόμου ήταν 55% στους ηλικιωμένους που κατοικούσαν σε μεγάλο υψόμετρο, συγκριτικά με το 26% των ηλικιωμένων που κατοικούσαν στο επίπεδο της θάλασσας. Ομοίως, ο επιπολασμός της υπέρτασης, υπερχοληστερολαμίας και παχυσαρκίας ήταν υψηλότερος στους ηλικιωμένους που κατοικούσαν σε μεγαλύτερο υψόμετρο σε σχέση με εκείνους που κατοικούσαν σε χαμηλό. Έπειτα από προσαρμογή για ποικίλους συγχετικούς παράγοντες οι ηλικιωμένοι που κατοικούσαν σε μεγαλύτερο υψόμετρο, είχαν 3,06 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να πάσχουν από μεταβολικό σύνδρομο συγκριτικά με εκείνους που κατοικούσαν στο επίπεδο της θάλασσας. Ωστόσο, όταν λαμβάνονταν υπόψη οι ετήσιες επισκέψεις στα κέντρα υγείας, η επίδραση του υψομέτρου έχανε την ισχύ της αναφορικά με την παρουσία μεταβολικού συνδρόμου.
Καταληκτικά, ένα μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων που κατοικούν σε μεγάλο υψόμετρο πάσχει από μεταβολικό σύνδρομο. Έμφαση πρέπει να δοθεί σε προγράμματα δημόσιας υγείας που στοχεύουν στην καλύτερη πρόσβαση στο σύστημα υγείας, ιδίως σε απομακρυσμένες ορεινές περιοχές, για τη μείωση των καρδιομεταβολικών παραγόντων κινδύνου.

 Η εν λόγω μελέτη εστιάζει στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ προτίμησης σε αλκοολούχα ποτά (κρασί, μπύρα, οινοπνευματώδη) και σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε άτομα που δήλωσαν ότι καταναλώνουν αλκοόλη.  Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 62.458 ενήλικες από δέκα μελέτες κοορτής (CHANCES) στην Ευρώπη και την Αμερική . Η επίπτωση του σακχαρώδους διαβήτη βασίστηκε σε τεκμηριωμένη ή αυτοδηλούμενη διάγνωση κατά τη διάρκεια της μελέτης. Ως προτίμηση θεωρήθηκε όταν ένας τύπος αλκοολούχου ποτού υπερέβαινε το 70% της συνολικής κατανάλωσης αλκοόλης.
Βάσει των αποτελεσμάτων, η προτίμηση συγκεκριμένου αλκοολούχου ποτού (κρασιού, μπύρας ή οινοπνευματώδους ποτού) δε σχετίσθηκε με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη, συγκριτικά με μη συγκεκριμένη προτίμηση. Η απόλυτη πρόσληψη κρασιού, προσαρμοσμένη για την ολική πρόσληψη αλκοόλης, σχετίσθηκε με χαμηλότερο κίνδυνο διαβήτη, ενώ η προτίμηση για υψηλόβαθμα ποτά σχετίσθηκε με υψηλότερο κίνδυνο διαβήτη μόνο σε εκείνους που είχαν αυξημένο Δείκτη Μάζας Σώματος και δεν έπασχαν από κάποια νόσο στη διάρκεια της μελέτης. Επιπλέον, η ανάλυση της ομάδας EPIC-Elderly-Ελλάδα, έδειξε πως η προτίμηση για κρασί είχε την τάση να σχετισθεί με χαμηλότερη πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη.
Καταληκτικά, η συγκεκριμένη μελέτη προτείνει πως η προτίμηση για μπύρα, κρασί ή οινοπνευματώδη ποτά, σχετίζεται με παρόμοια πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη συγκριτικά με μη συγκεκριμένη προτίμηση, στο σύνολο της μελέτης.

Στο συγκεκριμένο άρθρο παρατίθενται τα σημαντικότερα σημεία-κλειδιά που αφορούν το Σακχαρώδη Διαβήτη στην τρίτη ηλικία, δίνοντας έμφαση στην ευθραυστότητα, τους λειτουργικούς περιορισμούς και τις νοητικές διαταραχές που απαντώνται συχνά σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Οι κύριοι τομείς συζήτησης ήταν οι εξής: υπογλυκαιμία, θεραπεία, φροντίδα στο σπίτι, εκπαίδευση, συνοσηρότητες, οικείο περιβάλλον και ασφάλεια του ασθενούς. Βάσει αυτών, προτείνονται μέτρα προς υιοθέτηση στην κλινική πράξη και από κάθε εμπλεκόμενο, στη διαχείριση του διαβήτη, επαγγελματία υγείας.

Η αυτο-αποτελεσματικότητα έχει βρεθεί ότι σχετίζεται άμεσα με την αυτοφροντίδα του διαβήτη.  Πολλά εργαλεία έχουν αναπτυχθεί και χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της αυτο-αποτελεσματικότητας σε διαβητικούς ασθενείς, με το πιο διαδεδομένο από αυτά να είναι το Diabetes Management Self-Efficacy Scale (DMSES). Σκοπός της μελέτης αυτής ήταν να μεταφράσει, να προσαρμόσει πολιτιστικά και να επικυρώσει την ελληνική έκδοση του συγκεκριμένου εργαλείου ώστε να χρησιμοποιηθεί στην πιλοτική μελέτη ATTICA του προγράμματος SmartCare που χρηματοδοτήθηκε από την Ε.Ε. Το ερωτηματολόγιο μεταφράστηκε σύμφωνα με τις διεθνείς πρακτικές, με τη χρήση συνηθισμένων διαδικασιών. Η εγκυρότητα περιεχομένου εξετάστηκε από ομάδα ειδικών. Ένα δείγμα ευκολίας συμπλήρωσε το ερωτηματολόγιο. Υπολογίστηκαν ο δείκτης εσωτερικής συνοχής (Cronbach's alpha=0,93), η δομική εγκυρότητα με ανάλυση παραγόντων και η σταθερότητα (0,87). 116 ασθενείς,μεταξύ 36-86 ετών, με διαβήτη τύπου 2 συμμετείχαν στη μελέτη. Δεν αποκλείστηκε κανένα κομμάτι από την αρχική κλίμακα, ύστερα από την διαδικασία επικύρωσης του περιεχομένου. Ο δείκτης Cronbach's alpha για την εσωτερική συνοχή ήταν 0.93 και ο δείκτης intraclass correlation coefficient για τη σταθερότητα, μαζί με ένα διάλειμμα 5 εβδομάδων, ήταν 0.87(P  0.001).  Στην ανάλυση παραγόντων βρέθηκαν 4 παράγοντες που αναφέρονταν στη δίαιτα, στη θεραπεία, στη φαρμακευτική αγωγή και στον έλεγχο των ποδιών και στη σωματική δραστηριότητα. Τα ευρήματα της στάθμισης έδειξαν ότι το GR-DMSES είναι έγκυρο και αξιόπιστο για τη μέτρηση της αυτο-αποτελεσματικότητας στην αυτοδιαχείριση του διαβήτη, και έτσι παρέχει ένα γρήγορο και εύκολο στη χρήση εργαλείο στους επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι έρχονται σε επαφή με Έλληνες ενήλικες ασθενείς με διαβήτη τύπου δύο.

ΣΚΟΠΟΣ: Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη σωματική δραστηριότητα, στον σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) και στη μακροπρόθεσμη (σε βάθος 10ετίας) πρόγνωση της καρδιαγγειακής νόσου, σε ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ). ΥΛΙΚΟ-ΜΕΘΟΔΟΣ:  Κατά την αρχική φάση (Οκτώβριος 2003–Σεπτέμβριος 2004) της μελέτης GREECS εντάχθηκαν 2.172 διαδοχικοί ασθενείς με ΟΣΣ από 6 νοσοκομεία της Ελλάδας. Τα έτη 2013–2014 διενεργήθηκε ο δεκαετής επανέλεγχος των ασθενών, με ποσοστό συμμετοχής 88% (n=1.918 ασθενείς). Οι πληροφορίες
για τη σωματική δραστηριότητα ελήφθησαν μέσω ενός ερωτηματολογίου αυτοαναφοράς, ενώ τα επίπεδα σωματικής δραστηριότητας των ασθενών διαχωρίστηκαν ως «ποτέ», «σπάνια» (σε μηνιαία βάση), «1–2 φορές/εβδομάδα» και «≥3 φορές/εβδομάδα». Ως ΣΔ ορίστηκαν τιμές γλυκόζης νηστείας >125 mg/dL ή η χρήση ειδικής αντιδιαβητικής θεραπείας. Τα δεδομένα αναλύθηκαν με χρήση πολλαπλής λογαριθμικής παλινδρόμησης. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: Κατά την πολυπαραγοντική ανάλυση φάνηκε ότι οι 1–2 φορές και οι ≥3 φορές άσκησης/ εβδομάδα είχαν προστατευτικό ρόλο στην επίπτωση του ΟΣΣ στη 10ετία, σε σύγκριση με όσους δεν ασκούνταν καθόλου (ΣΛ [σχετικός λόγος] =0,63, 95% ΔΕ [διάστημα εμπιστοσύνης]: 0,38, 1,05 και ΣΛ=0,63, 95% ΔΕ: 0,40, 0,99, αντίστοιχα) και μόνο στους ασθενείς που υπέστησαν πρώτο καρδιαγγειακό σύμβαμα, κατά την ένταξη στη μελέτη. Σε περαιτέρω ταξινόμηση των ασθενών σε διαβητικούς και μη, παρατηρήθηκε ότι στους διαβητικούς η σωματική δραστηριότητα σε εβδομαδιαία βάση ασκούσε προστατευτική επίδραση (ΣΛ=0,51, 95% ΔΕ: 0,27, 0,96, p=0,037), συσχέτιση που δεν επιβεβαιώθηκε και στους μη διαβητικούς (p=0,26). ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Τα ευρήματα της παρούσας εργασίας αναδεικνύουν τον ευεργετικό ρόλο της σωματικής δραστηριότητας στη δευτερογενή πρόληψη του ΟΣΣ, ιδιαίτερα στα άτομα με ΣΔ. Η σωματική δραστηριότητα θα πρέπει να περιληφθεί στις στρατηγικές δημόσιας υγείας ως κύριος προστατευτικός παράγοντας για την πρόγνωση της νόσου.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της σχέσης μεταξύ της περιβαλλοντικής υγρασίας και της θερμοκρασίας με τη συχνότητα εμφάνισης διαβήτη σε ηλικιωμένα άτομα, κατοίκους νησιών.
Κατά τη χρονική περίοδο 2005-2011,1.959 ηλικιωμένα άτομα (ηλικίας 65-100 χρονών) από 13 νησιά της Μεσογείου συμμετείχαν στη μελέτη.Ακολούθησε αξιολόγηση κοινωνικο-δημογραφικών, κλινικών και παραγόντων του τρόπου ζωής των συμμετεχόντων. Σακχαρώδης διαβήτης ορίστηκε η γλυκόζη αίματος > 125 mg/dl. Η σχετική περιβαλλοντική υγρασία υπολογίσθηκε ως ποσοστό υγρασίας αέρα και η μέση ημερήσια θερμοκρασία σε βαθμούς Κελσίου.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, 27% των συμμετεχόντων(άντρες και γυναίκες) είχαν διαβήτη. Ο επιπολασμός του διαβήτη ήταν 42% στους ηλικιωμένους που κατοικούσαν σε περιβάλλον με υψηλή σχετική υγρασία (>70%) συγκριτικά με 24% για τα άτομα που κατοικούσαν σε περιβάλλον με χαμηλή σχετική υγρασία περιβάλλοντος. Έπειτα από προσαρμογή για την ηλικία, το φύλο και τη μέση θερμοκρασία, αύξηση κατά ένα βαθμό της σχετικής υγρασίας, οδηγούσε σε αύξηση της πιθανότητας εμφάνισης διαβήτη κατά 12%. Δεν εντοπίστηκε σχέση μεταξύ μέσης θερμοκρασίας και διαβήτη.
Συμπερασματικά, ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων , ιδιαίτερα εκείνων που κατοικούσαν σε περιβάλλον με υψηλή σχετική υγρασία, εμφάνιζαν διαβήτη. Χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για την επιβεβαίωση αυτών των αποτελεσμάτων και την κατανόηση των μηχανισμών.

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Επιλέγοντας κατηγορία μπορείτε να δείτε παρακατω τα άρθρα που ανήκουν σε αυτή.

Επιλέγοντας "Πίσω" επιστρέφετε στην προηγούμενη κατηγορία.